ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΘΕΪΑ ΚΑΙ ΑΠΙΣΤΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΘΕΪΑ ΚΑΙ ΑΠΙΣΤΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

ΟΤΑΝ Ο ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΣΤΑ ΚΑΡΟΥΛΙΑ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΜΑΚΑΡΙΟ ΤΟΝ ΣΠΗΛΑΙΩΤΗ

Όταν ο Καζαντζάκης συνάντησε στα Καρούλια
τον Γέροντα Μακάριο τον Σπηλαιώτη

Ἀπὸ τὴν «Ἀναφορὰ στὸν Γκρέκο», ἐκδ. Ἑλ. Καζαντζάκη, 1964

Τελείωνε πιὰ τὸ προσκύνημά μας. Τὶς παραμονὲς τοῦ μισεμοῦ πῆρα τὸν ἀνήφορο μοναχός, ν᾿ ἀνέβω στ᾿ ἄγρια ἡσυχαστήρια, ἀνάμεσα στοὺς βράχους ἀψηλὰ ἀπάνω ἀπὸ τὴ θάλασσα, στὰ Καρούλια. Τρυπωμένοι μέσα σὲ σπηλιές, ζοῦν ἐκεῖ καὶ προσεύχουνται γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου, καθένας μακριὰ ἀπὸ τὸν ἄλλο, γιὰ νὰ μὴν ἔχουν καὶ τὴν παρηγοριὰ νὰ βλέπουν ἀνθρώπους, οἱ πιὸ ἄγριοι, οἱ πιὸ ἅγιοι ἀσκητὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἕνα καλαθάκι ἔχουν κρεμασμένο στὴ θάλασσα, κι οἱ βάρκες ποὺ τυχαίνει κάποτε νὰ περνοῦν ζυγώνουν καὶ ρίχνουν μέσα λίγο ψωμί, ἐλιές, ὅ,τι ἔχουν, γιὰ νὰ μὴν ἀφήσουν τοὺς ἀσκητὲς νὰ πεθάνουν τῆς πείνας. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἄγριους αὐτοὺς ἀσκητὲς τρελαίνουνται· θαρροῦν πὼς ἔκαμαν φτερά, πετοῦν ἀπάνω ἀπὸ τὸν γκρεμὸ καὶ γκρεμίζουνται· κάτω ὁ γιαλὸς εἶναι γεμάτος κόκκαλα.

Ἀνάμεσα στοὺς ἐρημίτες τούτους ζοῦσε τὰ χρόνια ἐκεῖνα, ξακουστὸς γιὰ τὴν ἁγιοσύνη του, ὁ Μακάριος ὁ Σπηλαιώτης. Αὐτὸν κίνησα νὰ δῶ· ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ πάτησα στὸ ἱερὸ βουνό, εἶχα πάρει τὴν ἀπόφαση νὰ πάω νὰ τὸν δῶ, νὰ σκύψω νὰ τοῦ φιλήσω τὸ χέρι καὶ νὰ τοῦ ξομολογηθῶ. Ὄχι τὰ κρίματά μου, δὲν πίστευα νά ῾χα κάμει ὡς τότε πολλά, ὄχι τὰ κρίματά μου παρὰ τὴν ἑωσφορικὴ ἀλαζονεία ποὺ συχνὰ μ᾿ ἔσπρωχνε νὰ μιλῶ μὲ ἀναίδεια γιὰ τὰ ἑφτὰ μυστήρια καὶ τὶς δέκα ἐντολὲς καὶ νὰ θέλω νὰ χαράξω δικό μου δεκάλογο.
Ἔφτασα κατὰ τὸ μεσημέρι στ᾿ ἀσκηταριά· τρῦπες μαῦρες στὸν γκρεμό, σιδερένιοι σταυροὶ καρφωμένοι στοὺς βράχους, ἕνας σκελετὸς πρόβαλε ἀπὸ μιὰ σπηλιά, τρόμαξα· σὰ νὰ ῾χε φτάσει κιόλας ἡ Δευτέρα Παρουσία καὶ ξεπρόβαλε ὁ σκελετὸς αὐτὸς ἀπὸ τὴ γῆς καὶ δὲν εἶχε ἀκόμα προφτάσει νὰ ντυθεῖ ὅλες τὶς σάρκες του. Φόβος κι ἀηδία μὲ κυρίεψε, καὶ συνάμα κρυφὸς ἀνομολόγητος θαμασμός· δὲν τόλμησα νὰ τὸν ζυγώσω, τὸν ρώτησα ἀπὸ μακριά· ἅπλωσε τὸ ξεραμένο μπράτσο, ἀμίλητος, καὶ μοῦ ῾δειξε μιὰ μαύρη σπηλιὰ ἀψηλὰ στὰ χείλια τοῦ γκρεμοῦ.

Πῆρα ν᾿ ἀνεβαίνω πάλι τοὺς βράχους, μὲ καταξέσκισαν τ᾿ ἀγκρίφια τους, ἔφτασα στὴ σπηλιά. Ἔσκυψα νὰ δῶ μέσα· μυρωδιὰ χωματίλα καὶ λιβάνι, σκοτάδι βαθύ· σιγὰ-σιγὰ διέκρινα ἕνα σταμνάκι δεξά, σὲ μιὰ σκισμάδα τοῦ βράχου, τίποτα ἄλλο· ἔκαμα νὰ φωνάξω, μὰ ἡ σιωπὴ μέσα στὸ σκοτάδι ἐτοῦτο μοῦ φάνηκε τόσο ἱερή, τόσο ἀνησυχαστική, ποὺ δὲν τόλμησα· σὰν ἁμαρτία, σὰν ἱεροσυλία μοῦ φάνηκε ἐδῶ ἡ φωνὴ τοῦ ἀνθρώπου.

Εἶχαν πιὰ συνηθίσει τὰ μάτια μου στὸ σκοτάδι, κι ὡς τὰ γούρλωνα καὶ κοίταζα, ἕνας φωσφορισμὸς ἁπαλός, ἕνα πρόσωπο χλωμό, δυὸ χέρια σκελεθρωμένα κουνήθηκαν στὸ βάθος τῆς σπηλιᾶς κι ἀκούστηκε γλυκιὰ ξεπνεμένη φωνή:
— Καλῶς τον!

Ἔκαμα κουράγιο, μπῆκα στὴ σπηλιά, προχώρησα κατὰ τὴ φωνή. Κουλουριασμένος χάμω, εἶχε σηκώσει τὸ κεφάλι ὁ ἀσκητής, καὶ διέκρινα στὸ μεσόφωτο τὸ πρόσωπό του ἄτριχο, φαγωμένο ἀπὸ τὶς ἀγρύπνιες καὶ τὴν πείνα, μὲ ἀδειανοὺς βολβούς, νὰ γυαλίζει βυθισμένο σὲ ἀνείπωτη μακαριότητα· τὰ μαλλιά του εἶχαν πέσει, ἔλαμπε τὸ κεφάλι του σὰν κρανίο.
— Εὐλόγησον, πάτερ, εἶπα κι ἔσκυψα νὰ τοῦ φιλήσω τὸ κοκαλιασμένο χέρι.

Κάμποση ὥρα σωπαίναμε· κοίταζα μὲ ἀπληστία τὴν ψυχὴ τούτη ποὺ εἶχε ἐξαφανίσει τὸ κορμί της, αὐτὸ βάραινε τὶς φτεροῦγες της καὶ δὲν τὴν ἄφηνε ν᾿ ἀνέβει στὸν οὐρανό. Ἀνήλεο, ἀνθρωποφάγο θεριὸ ἡ ψυχὴ ποὺ πιστεύει· κρέατα, μάτια, μαλλιά, ὅλα τοῦ τά ῾χε φάει.
Δὲν ἤξερα τί νὰ πῶ, ἀπὸ ποῦ ν᾿ ἀρχίσω. Σὰν ἕνα στρατόπεδο ὕστερα ἀπὸ φοβερὴ σφαγή μοῦ φάνταζε τὸ σαράβαλο κορμὶ μπροστά μου· ξέκρινα ἀπάνω του τὶς νυχιὲς καὶ τὶς δαγκωματιὲς τοῦ Πειρασμοῦ.
Ἀποκότησα τέλος:

— Παλεύεις ἀκόμα μὲ τὸ Διάβολο, πάτερ Μακάριε; τὸν ρώτησα.
— Ὄχι πιά, παιδί μου· τώρα γέρασα, γέρασε κι αὐτὸς μαζί μου· δὲν ἔχει δύναμη· παλεύω μὲ τὸ Θεό.
— Μὲ τὸ Θεό! ἔκαμα ξαφνιασμένος· κι ἐλπίζεις νὰ νικήσεις;
— Ἐλπίζω νὰ νικηθῶ, παιδί μου· μοῦ ἀπόμειναν ἀκόμα τὰ κόκαλα· αὐτὰ ἀντιστέκουνται.
— Βαριὰ ἡ ζωή σου, γέροντά μου· θέλω κι ἐγὼ νὰ σωθῶ, δὲν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος;
— Πιὸ βολικός; ἔκαμε ὁ ἀσκητὴς καὶ χαμογέλασε μὲ συμπόνια.
— Πιὸ ἀνθρώπινος, γέροντά μου.
— Ἕνας μονάχα δρόμος. 
— Πῶς τὸν λέν;
— Ἀνήφορο· ν᾿ ἀνεβαίνεις ἕνα σκαλί· ἀπὸ τὸ χορτασμὸ στὴν πείνα, ἀπὸ τὸν ξεδιψασμὸ στὴ δίψα, ἀπὸ τὴ χαρὰ στὸν πόνο· στὴν κορφὴ τῆς πείνας, τῆς δίψας, τοῦ πόνου κάθεται ὁ Θεός. Στὴν κορφὴ τῆς καλοπέρασης κάθεται ὁ Διάβολος· διάλεξε.
— Εἶμαι ἀκόμα νέος· καλή ῾ναι ἡ γῆς, ἔχω καιρὸ νὰ διαλέξω.
Ἅπλωσε ὁ ἀσκητὴς τὰ πέντε, κόκαλα τοῦ χεριοῦ του, ἄγγιξε τὸ γόνατό μου, μὲ σκούντηξε:
— Ξύπνα, παιδί μου, ξύπνα, πρὶν σὲ ξυπνήσει ὁ Χάρος.
Ἀνατρίχιασα.
— Εἶμαι νέος, ξανάπα γιὰ νὰ κάμω κουράγιο.
— Ὁ Χάρος ἀγαπάει τοὺς νέους· ἡ Κόλαση ἀγαπάει τοὺς νέους· ἡ ζωή ῾ναι ἕνα μικρὸ κεράκι ἀναμμένο, εὔκολα σβήνει, ἔχε τὸ νοῦ σου, ξύπνα!
Σώπασε μιὰ στιγμή, καὶ σὲ λίγο:
— Εἶσαι ἕτοιμος; μοῦ κάνει. 
Ἀγανάχτηση μὲ κυρίεψε καὶ πεῖσμα.
— Ὄχι! φώναξα.
— Αὐθάδεια τῆς νιότης! Τὸ λὲς καὶ καυχιέσαι, μὴ φωνάζεις· δὲ φοβᾶσαι;
— Ποιὸς δὲ φοβᾶται; Φοβοῦμαι. Κι ἐλόγου σου, πάτερ ἅγιε, δὲ φοβᾶσαι; Πείνασες, δίψασες, πόνεσες, κοντεύει νὰ φτάσεις στὴν κορφὴ τῆς σκάλας, φάνηκε ἡ πόρτα τῆς Παράδεισος· μὰ θ᾿ ἀνοίξει ἡ πόρτα αὐτὴ νὰ μπεῖς; θ᾿ ἀνοίξει; εἶσαι σίγουρος;
Δυὸ δάκρυα κύλησαν ἀπὸ τὶς κόχες τῶν ματιῶν του· ἀναστέναξε· καὶ σὲ λίγο:
— Εἶμαι σίγουρος γιὰ τὴν καλοσύνη τοῦ Θεοῦ· αὐτὴ νικάει καὶ συχωρνάει τὶς ἁμαρτίες τοῦ ἀνθρώπου.
— Κι ἐγὼ εἶμαι σίγουρος γιὰ τὴν καλοσύνη τοῦ Θεοῦ· αὐτὴ λοιπὸν μπορεῖ νὰ συχωρέσει καὶ τὴν αὐθάδεια της νιότης.
— Ἀλίμονο νὰ κρεμόμαστε μονάχα ἀπὸ τὴν καλοσύνη τοῦ Θεοῦ· ἡ κακία τότε κι ἡ ἀρετὴ θὰ μπαῖναν ἀγκαλιασμένες στὴν Παράδεισο.
— Δὲν εἶναι, θαρρεῖς, γέροντά μου, ἡ καλοσύνη τοῦ Θεοῦ τόσο μεγάλη;

Κι ὡς τό ῾πα, ἄστραψε στὸ νοῦ μου ὁ ἀνόσιος, μπορεῖ, μά, ποιὸς ξέρει, μπορεῖ ὁ τρισάγιος στοχασμός, πὼς θά ῾ρθει καιρὸς τῆς τέλειας λύτρωσης, τῆς τέλειας φίλιωσης, θὰ σβήσουν οἱ φωτιὲς τῆς Κόλασης, κι ὁ Ἄσωτος Υἱός, ὁ Σατανᾶς, θ᾿ ἀνέβει στὸν οὐρανό, θὰ φιλήσει τὸ χέρι τοῦ Πατέρα καὶ δάκρυα θὰ κυλήσουν ἀπὸ τὰ μάτια του: «Ἥμαρτον!» θὰ φωνάξει, κι ὁ Πατέρας θ᾿ ἀνοίξει τὴν ἀγκάλη του: «Καλῶς ἦρθες» θὰ τοῦ πεῖ «καλῶς ἦρθες, γιὲ μου· συχώρεσέ με ποὺ σὲ τυράννησα τόσο πολύ!».
Μὰ δὲν τόλμησα νὰ ξεστομίσω τὸ στοχασμό μου· πῆρα ἕνα πλάγιο μονοπάτι νὰ τοῦ τὸ πῶ.

— Ἔχω ἀκουστά, γέροντά μου, πὼς ἕνας ἅγιος, δὲ θυμᾶμαι τώρα ποιός, δὲν μποροῦσε νὰ βρεῖ ἀνάπαψη στὴν Παράδεισο. Ἄκουσε ὁ Θεὸς τοὺς στεναγμούς του, τὸν κάλεσε: «Τί ἔχεις κι ἀναστενάζεις;» τὸν ρώτησε· «δὲν εἶσαι εὐτυχής;—Πῶς νά ῾μαι εὐτυχής, Κύριε;» τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ ἅγιος. Στὴ μέση μέση τῆς Παράδεισος ἕνα συντριβάνι καὶ κλαίει. —Τί συντριβάνι;—Τα δάκρυα τῶν κολασμένων».
Ὁ ἀσκητὴς ἔκαμε τὸ σημάδι τοῦ σταυροῦ, τὰ χέρια του ἔτρεμαν.
— Ποιὸς εἶσαι; ἔκαμε μὲ φωνὴ ξεψυχισμένη· ὕπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ!
Ἔκαμε πάλι τὸ σταυρὸ του τρεῖς φορές, ἔφτυσε στὸν ἀέρα:
— Ὕπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ, ξανάπε, κι ἡ φωνή του τώρα εἶχε στερεώσει.
Ἄγγιξα τὸ γόνατό του ποὺ γυάλιζε γυμνὸ στὸ μεσόφωτο· τὸ χέρι μου πάγωσε.

— Γέροντά μου, τοῦ κάνω, δὲν ἦρθα ἐδῶ νὰ σὲ πειράξω, δὲν εἶμαι ὁ Πειρασμός· εἶμαι ἕνας νέος ποὺ θέλει νὰ πιστέψει ἁπλοϊκά, χωρὶς νὰ ρωτάει, ὅπως πίστευε ὁ παππούς μου ὁ χωριάτης· θέλω, μὰ δὲν μπορῶ.
—Ἀλίμονό σου, ἀλίμονό σου, δυστυχισμένε· τὸ μυαλὸ θὰ σὲ φάει, τὸ ἐγὼ θὰ σὲ φάει. Ὁ ἀρχάγγελος Ἑωσφόρος, ποὺ ἐσὺ ὑπερασπίζεσαι καὶ θὲς νὰ τὸν σώσεις, ξέρεις πότε γκρεμίστηκε στὴν Κόλαση; Ὅταν στράφηκε στὸ Θεὸ κι εἶπε: Ἐγώ. Ναὶ ναί, ἄκου, νεαρέ, καὶ βάλ᾿ το καλὰ στὸ νοῦ σου: 
Ἕνα μονάχα πράμα κολάζεται στὴν Κόλαση, τὸ ἐγώ. Τὸ ἐγώ, ἀνάθεμά το! 
Τίναξα τὸ κεφάλι πεισματωμένος:
— Μὲ τὸ ἐγὼ αὐτὸ ξεχώρισε ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ ζῷο, μὴν τὸ κακολογᾶς, πάτερ Μακάριε.
— Μὲ τὸ ἐγὼ αὐτὸ ξεχώρισε ἀπὸ τὸ Θεό. Πρῶτα ὅλα ἦταν ἕνα μὲ τὸ Θεό, εὐτυχισμένα στὸν κόρφο του. Δὲν ὑπῆρχε ἐγὼ καὶ σὺ κι ἐκεῖνος· δὲν ὑπῆρχε δικό σου καὶ δικὸ μου, δὲν ὑπῆρχαν δυό, ὑπῆρχε ἕνα· τὸ Ἕνα, ὁ Ἕνας. Αὐτὸς εἶναι ὁ Παράδεισος ποὺ ἀκοῦς, κανένας ἄλλος· ἀπὸ κεῖ ξεκινήσαμε, αὐτὸν θυμᾶται καὶ λαχταρίζει ἡ ψυχὴ νὰ γυρίσει· βλογημένος ὁ θάνατος! τί ‘ναι ὁ θάνατος, θαρρεῖς; Ἕνα μουλάρι, τὸ καβαλικεύουμε καὶ πᾶμε.

Μιλοῦσε, κι ὅσο μιλοῦσε τὸ πρόσωπό του φωτίζουνταν· γλυκό, εὐτυχισμένο χαμόγελο ζεχύνουνταν άπὸ τὰ χείλια του κι ἔπιανε ὅλο του τὸ πρόσωπο. Ἔνιωθες βυθίζουνταν στὴν Παράδεισο.
— Γιατί χαμογελᾶς, γέροντά μου;
— Εἶναι νὰ μὴ χαμογελῶ; μοῦ ἀποκρίθηκε· εἶμαι εὐτυχής, παιδί μου· κάθε μέρα, κάθε ὥρα, γρικῶ τὰ πέταλα τοῦ μουλαριοῦ, γρικῶ τὸ Χάρο νὰ ζυγώνει.

Εἶχα σκαρφαλώσει τὰ βράχια γιὰ νὰ ξομολογηθῶ στὸν ἄγριο τοῦτον ἀπαρνητὴ τῆς ζωής· μὰ εἶδα ἦταν ἀκόμα πολὺ ἐνωρίς· ἡ ζωὴ μέσα μου δὲν εἶχε ξεθυμάνει, ἀγαποῦσα πολὺ τὸν ὁρατὸ κόσμο, ἔλαμπε ὁ Ἑωσφόρος στὸ μυαλό μου, δὲν εἶχε ἀφανιστεῖ μέσα στὴν τυφλωτικὴ λάμψη τοῦ Θεοῦ. Ἀργότερα, συλλογίστηκα, σὰ γεράσω, σὰν ξεθυμάνω, σὰν ξεθυμάνει μέσα μου κι ὁ Ἑωσφόρος.

Σηκώθηκα. Ἄσκωσε ὁ γέροντας τὸ κεφάλι.
— Φεύγεις; ἔκαμε· ἄε στὸ καλό· ὁ Θεὸς μαζί σου. 
Καὶ σὲ λίγο, περιπαιχτικά:
— Χαιρετίσματα στὸν κόσμο.
— Χαιρετίσματα στὸν οὐρανό, ἀντιμίλησα· καὶ πὲς στὸ Θεὸ, δὲ φταῖμε ἐμεῖς, φταίει αὐτὸς ποὺ ἔκαμε τὸν κόσμο τόσο ὡραῖο.

Ο ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Εἶναι 92 χρονῶν. Ὁ γνωστὸς σὲ ὅλους μουσικοσυνθέτης Μίκης Θεοδωράκης. Μὲ παγ­κόσμια ἀναγνώριση γιὰ τὸ μουσικό του ἔργο. Μιὰ ὁλόκληρη ἱστορία γιὰ τὸν τόπο, ἀνεξαρτήτως τοῦ πολιτικοῦ χώρου στὸν ὁποῖο ἀνῆκε. Μὲ τὴ συνέντευξή του στὴν ἐφημερίδα «Realnews» τῆς 14ης Μαΐου διδάσκει ἱστορία. Δηλαδὴ ἐπαναφέρει στὴ σωστή της θέση τὴ διαστρεβλωμένη ἀπὸ τοὺς ποικίλους ἀναμορφωτὲς ἱστορία. Μίλησε μὲ τρόπο ποὺ ἀπογυμνώνει ὅλες τὶς ἀρρωστημένες ἰδεοληψίες τους. Τί εἶπε;

Στὸ ἐρώτημα «Γιατί κινδυνεύουμε μὲ πυρηνικὸ πόλεμο;» ἀπάντησε: «Εἶναι ὁ ἐγκληματικὸς χαρακτήρας ποὺ ἔχουμε ὅλοι μέσα μας. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα σύνολο λογικῆς καὶ ὑπερλογικῆς καὶ ἐνίοτε κτηνωδίας. Ὁ Μὰρξ ἔπεσε ἔξω, γιατί πίστευε ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι μόνο “λογικὸ ὄν”. Ἔπεσε ἔξω, ὅταν καταργοῦσε τὴ θρησκεία. Τὸ μέγα ἐρώτημα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι: ‘‘Ἀπὸ ποῦ ἦρθα καὶ ποῦ πάω;’’ Κι αὐτὸ τὸ καλύπτει ἡ θρησκεία».

Δημοσιογράφος: «Ἦταν λάθος αὐτὸ τοῦ Μάρξ;»

Μ. Θεοδωράκης: «Ναί, ἀσφαλῶς. Θεώρησε τὸν πολιτισμὸ ἐποικοδόμημα. Γιὰ μένα, ἡ βασικὴ ταξικὴ διαφορὰ δὲν εἶναι οἰκονομική. Εἶναι πολιτισμική... Τὸν Μεσαίωνα στὶς μεγάλες εὐρωπαϊκὲς χῶ­ρες, Γαλλία, Ἱσπανία, ὑπῆρχε βάραθρο ποὺ χώριζε τὸν λαό. Τοὺς πλούσιους καὶ ἔ­χοντες ἀπὸ τοὺς φτωχούς, τοὺς δουλοπάροικους. Στὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπῆρχε ποτὲ ἄβυσσος ἀνάμεσα σὲ Ἕλληνα μὲ Ἕλληνα. Ὁ πόλεμος ποὺ κάναμε ἐναντίον τῶν Τούρκων ἦ­ταν ἐθνικοαπελευθερωτικός. Ὁ λαός μας ἑνώθηκε καὶ ἡ ἕνωση αὐτὴ ἦταν ἀκόμα πιὸ ἰσχυρή, γιατὶ οἱ Τοῦρκοι ἦταν ἀλλόθρησκοι. Ὁ δικός μας πόλεμος ἦταν Ἕλληνες ἐναντίον ἐχθροῦ. Δὲν ἦταν Γάλλος ἐναντίον Γάλλου καὶ Ἱσπανὸς ἐναντίον Ἱσπανοῦ... Ὁ λαὸς δὲν εἶναι ποσοτικὴ ὑπόθεση, εἶναι ποιοτική. Αὐτὸς γράφει τὴν Ἱστορία. Ὁ λαός μας δημιούργησε τὸ Ἀλβανικὸ Ἔπος ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὴν πατρίδα καὶ ἀπὸ μίσος γιὰ τὸν Μουσολίνι. Κι αὐτὸ τὸ θαῦμα ἔγινε μέσα σὲ λίγες ὧρες».

Λόγια ξεκάθαρα, ποὺ διαλύουν κάθε ψευδοεπιχείρημα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἐπὶ σειρὰ δεκαετιῶν ἡ ἰδεολογικὴ τύφλωση δημοσιογράφων, δῆθεν ἱστορικῶν καὶ ἄνευ παιδείας ὑ­πουργῶν Παιδείας ἐξαπολύει ἐναντίον τῆς Πίστεως καὶ εἰς βάρος τῆς Ἱστορίας τοῦ τόπου μας. Λόγια ποὺ ἐπανατοποθετοῦν τὴν Ἱστορία στὸ σωστό της βάθρο, ἀπ᾿ ὅπου ἡ ἀμάθεια ἢ μᾶλλον ἡ ἐμπάθεια τῶν ἐχθρῶν της τὴν εἶχε ἐξορίσει.

Ὁ Μίκης Θεοδωράκης δι­δά­σκει ἱστορία. Στὴ δύση τῆς ζωῆς του ὁ Μίκης Θεοδωράκης δείχνει τὸν δρόμο.

Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

ΕΝΑΣ ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΑΣΤΡΟΝΟΜΟΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ΤΟ ΔΑΡΒΙΝΙΣΜΟ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Ο κορυφαίος Αμερικανός αστρονόμος Φρεντ Χόϋλ αμφισβήτησε έντονα την Δαρβινική θεωρία σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε στην ιταλική εφημερίδα «Κοριέρε ντέλλα Σέρα». Αναδημοσιεύουμε από την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ της 9ης Ιουνίου 1987 που μετέφρασαν το άρθρο, μερικά αποσπάσματα:

Η θεωρία του Δαρβίνου, που απασχόλησε τόσο πολύ τους βιολόγους και τους χημικούς, είναι κι αυτή κατά τη γνώμη μου ένα μεγάλο λάθος…Κατά τον Δαρβίνο, τα ζώα και τα φυτά κάνουν κάθε τόσο μικρά βιολογικά «βήματα». Όταν συσσωρευτούν πολλά τέτοια βήματα, τότε πραγματοποιείται – υπό την επιρροή τους – ένα μεγάλο βήμα, που οδηγεί σε αλλαγές μορφής, σε διαφοροποιήσεις.

Ομολογώ ότι δεν κατάλαβα ποτέ τι είδους μικρά ή μεγάλα βήματα, και πόσα, χρειάζονται (ή χρειάστηκαν) για να διαμορφωθεί η διαφορά, λόγου χάρη, ανάμεσα σ’ ένα άλογο και μια αρκούδα. Ή για να εμφανιστούν οι διαφορές στη βιολογική ιστορία του ίδιου του αλόγου και μόνο, ή της ίδιας της αρκούδας…
Και μου είναι αδύνατον να συλλάβω τα «βήματα», οιουδήποτε μεγέθους, που πρέπει να χρειάστηκαν για να διαφοροποιηθούν, ούτε λίγο ούτε πολύ τα τόσο διαφορετικά πράγματα που λέγονται ζώα, από τη μια μεριά, και φυτά, από την άλλη.

Αν ο Δαρβίνος είχε δίκιο, τα ευρήματα της παλαιοντολογίας θα ήταν διαφορετικά, δεν θα ήταν αυτά που ξέραμε. Θα έπρεπε λόγου χάρη να είχαμε βρει πολλά απολιθώματα ζώων σε κάποιο από τα στάδια της μεταλλαγής – ας πούμε, πολλά μισοάλογα και πολλές μισοαρκούδες. Για την ακρίβεια μάλιστα, στατιστικά, θα έπρεπε αυτά τα «μισά», αυτές οι μεσαίες καταστάσεις, να είναι περισσότερα από τα σκέτα άλογα και τις σκέτες αρκούδες!

Κατά ανάλογο τρόπο, θα έπρεπε το γεωλογικό «αρχείο» της Γης να είναι γεμάτο και από άλλες διαφοροποιήσεις: μισοζώα-μισοφυτά, ή μισοασπόνδυλα-μισοσπονδυλωτά, μισοερπετά-μισοπτηνά, και ούτω καθ’ εξής.
Και όμως, δεν υπάρχει τίποτα απ’ όλα αυτά! Οφείλω να θυμίσω στους φανατικούς Δαρβινιστές, ότι από καταβολής κόσμου, όπως μας δείχνουν τουλάχιστον τα απολιθώματα, τα πάντα φαίνονται σταθερά. Τα άλογα είναι άλογα, και οι αρκούδες, αρκούδες.

Υπάρχουν βέβαια τύποι, μορφές, αλόγων, ξεκινώντας για παράδειγμα από το παλαιότατο μικρόσωμο αλογάκι με την πενταδάχτυλη οπλή, που ζούσε πριν 60 εκατομμύρια χρόνια, και φτάνοντας ως τα σημερινά άλογα, που η οπλή τους έχει περιοριστεί σε ένα μεγάλο δάχτυλο. Πουθενά όμως δεν αντίκρισαν οι ερευνητές κάτι που να είναι λίγο άλογο και λίγο αρκούδα, ή οτιδήποτε παρόμοιο.

Η θεωρία του Δαρβίνου, περί μικρών, βαθμιαίων αλλαγών, από τις οποίες τάχα προήλθαν όλα τα είδη, δεν είναι απλώς λαθεμένη. Είναι χονδροειδής και αστήρικτη.
Όλα όσα έχουμε μάθει σχετικά πρέπει να τα αναθεωρήσουμε, και είναι στ’ αλήθεια κρίμα που δαπανήθηκαν τόσες διδακτικές ώρες και τόσος κόπος στα σχολεία μας για να μεταδοθούν αυτές οι επιπολαιότητες.
Η θεωρία του Δαρβίνου δεν θα είχε διαδοθεί τόσο πολύ, αν δεν της έκαναν την χάρη να της κηρύξουν τον πόλεμο οι θρησκευτικές οργανώσεις. Η αντίδραση δυνάμωσε τους Δαρβινιστές και η επιστημονικοφανής άποψή τους έγινε γενικά αποδεκτή.  

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

ΤΑ ΤΑΓΜΑΤΑ ΔΡΑΣΗΣ ΤΩΝ ΣΟΒΙΕΤΙΚΩΝ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ


«Είχαν οργανωθεί ειδικοί πυρήνες αθέων, που πήγαιναν στα σχολεία, στα χωριά, στους χώρους εργασίας και διεξήγαγαν μια αντιθρησκευτική προπαγάνδα συστηματικά» επισημαίνει στο σχετικό άρθρο του ο ιστορικός Βλάσης Αγτζίδης

Για τους διωγμούς που έχουν υποστεί οι χριστιανικοί πληθυσμοί από το καθεστώς της Σοβιετικής Ένωσης έχουν γραφτεί πολλά και η αλήθεια είναι ότι η Ιστορία του 20ού αιώνα στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ είναι γεμάτη από τέτοιες διώξεις εναντίον κάθε θρησκείας. Ο τρόπος όμως με τον οποίο το αθεϊστικό καθεστώς έκανε κατά καιρούς προπαγάνδα εναντίον των χριστιανών αποτελεί ένα σημαντικό κομμάτι αυτής της ιστορίας. 
Σε ένα ενδιαφέρον άρθρο του ο ιστορικός Βλάσης Αγτζίδης αναφέρεται στους τρόπους αυτούς, οι οποίοι, μεταξύ άλλων, προϋπέθεταν και τη δημιουργία ειδικών ταγμάτων, τα οποία είχαν βασικό σκοπό να στηρίξουν την κυρίαρχη αντιθρησκευτική προπαγάνδα. Πιο συγκεκριμένα, σημειώνει ο κ. Αγτζίδης: «Για την αντιμετώπιση του θρησκευτικού αισθήματος είχαν οργανωθεί ειδικοί πυρήνες αθέων στα σχολεία, στα χωριά και στους χώρους εργασίας. Οι πυρήνες αυτοί εντάσσονταν στην κεντρική σοβιετική οργάνωση Ενωση Αθεων Πολεμιστών. Διεξήγαγαν συστηματικά αντιθρησκευτική προπαγάνδα, με στόχο τη δημιουργία μιας “νέας γενιάς αθέων”».
Επιπλέον, αναφέρει: «Η Ένωση διέθετε δική της εφημερίδα, θεατρικό όμιλο εξειδικευμένο σε παρουσίαση αντιθρησκευτικών έργων, οργάνωνε ομιλίες και διαλέξεις. Οι πυρήνες της Ένωσης συντόνιζαν και προωθούσαν την αντιθρησκευτική δράση. Ένας τρόπος ήταν η πρόκληση συναγωνισμού, η γνωστή σοσιαλιστική άμιλλα, μεταξύ διάφορων πυρήνων για τη μεγαλύτερη αντιθρησκευτική δραστηριότητα. Στρατευμένο στην κατεύθυνση αυτή ήταν και το σχολείο. Η εκπαίδευση στη μητρική γλώσσα είχε, εκτός από την εξασφάλιση της μάθησης, και αντιθρησκευτικούς σκοπούς, ώστε τα παιδιά να μπουν πιο εύκολα “στον δρόμο του σοσιαλισμού”». 
Η δράση τους δεν θα μπορούσε, βέβαια, να μείνει εκτός των σχολικών χώρων, γι' αυτό και «τα σχολεία γέμιζαν με αντιθρησκευτικά συνθήματα, ενώ οι δάσκαλοι μιλούσαν στους μαθητές για τις αρνητικές συνέπειες της θρησκείας. Συνηθισμένα θέματα ομιλίας ήταν “Η αντιδραστική ουσία της γιορτής του Πάσχα” και “Η γέννηση του Χριστού και το Πάσχα”» σημειώνει ο κ. Αγτζίδης και συμπληρώνει: «Στόχος όλων αυτών ήταν να πειστεί η νεολαία που συμμετείχε να απορρίψει τη θρησκεία και να την αντικαταστήσει με την “προλεταριακή της πατρίδα”. Αλλος τρόπος αντίδρασης στις θρησκευτικές γιορτές ήταν η απόσπαση υποσχέσεων από τους μαθητές να διαβάζουν τις ημέρες των γιορτών τις βιογραφίες των αρχηγών της επανάστασης».
Όλες αυτές οι λυσσαλέες επιθέσεις εναντίον της θρησκείας και πιο συγκεκριμένα εναντίον του χριστιανισμού τελικά δεν ευοδώθηκαν. Η απόδειξη γι' αυτή την ατελέσφορη -αν και μανιώδη- προσπάθεια εναντίον των χριστιανών ήρθε μέσα από το ίδιο καθεστώς, το οποίο δεν μπορούσε να διαχειριστεί τη διείσδυση του χριστιανισμού στις τάξεις των απλών ανθρώπων, που δεν μπορούσαν, παρά τον διάχυτο φόβο, να αρνηθούν τα πιστεύω τους.

Κομματική Εκκλησία

Ο κ. Αγτζίδης σημειώνει στο άρθρο του: «Λίγα χρόνια αργότερα ο ίδιος ο Στάλιν επανέφερε τη θρησκευτική λατρεία, για να αντιμετωπιστεί η γερμανική επίθεση, δημιουργώντας παράλληλα μια κομματική Εκκλησία, εξαρτημένη απολύτως από το καθεστώς. 
Η ακραία σταλινική καταστολή δεν μπόρεσε να εξαλείψει το θρησκευτικό συναίσθημα ούτε να αντικαταστήσει τις παραδοσιακές θρησκευτικές μορφές με νέες. Ισως το συμπέρασμα από μια πλούσια ιστορική εμπειρία να είναι ότι η απόπειρα των διάφορων συγκυριακών ιδεολογιών να ανταγωνιστούν τη θρησκευτική πίστη των λαών και να αντικαταστήσουν σύμβολα και βαθύτατα χαραγμένα στερεότυπα αποτελεί μια από τις πραγματικές χίμαιρες του ανθρώπινου πολιτισμού».

«Αντιπασχαλινή καζάνια» και εκστρατεία που είχε στο στόχαστρο τις εορτές 

Στα σχολεία δημιουργήθηκαν αντιθρησκευτικοί όμιλοι μαζί με τους δραματικούς, τους ομίλους ραδιοφώνου. Οι κομματικές οργανώσεις ήταν επίσης υποχρεωμένες να συμπαρίστανται στη δράση των Άθεων Πολεμιστών. 
Τα τάγματα αυτά περιέφεραν την προπαγάνδα του καθεστώτος παντού, στις γειτονιές, στους χώρους δουλειάς και σε οποιαδήποτε άλλη δημόσια δράση. Πιο συγκεκριμένα, «το καθήκον των κομματικών οργανωμένων ήταν να πηγαίνουν επιδεικτικά για δουλειά στα κολχόζ και στα εργοστάσια τις μέρες των θρησκευτικών εορτών. Επιστρατευόταν επίσης το θέατρο, το οποίο ανέβαζε αντιθρησκευτικά έργα, όπως το δράμα “Η ψευτιά” του Π. Χολίδη. Ειδικά τις ημέρες του Πάσχα, που ήταν και η μεγαλύτερη από τις θρησκευτικές γιορτές, οργανωνόταν μια προπαγανδιστική εκστρατεία που ονομαζόταν “αντιπασχαλινή καζάνια”. Συνήθως η εκστρατεία αυτή είχε κάποιο κεντρικό σύνθημα, όπως “Εμπρός για την κατάκτηση της επιστήμης και της τεχνικής” ή “Εμπρός για το μπολσεβίκικο δυνάμωμα των κολχόζ”, “Εμπρός για 100% έξοδο των εργαζομένων στη δουλειά τις μέρες τον Πάσχα”. Ενδιαφέρον έχει ακόμα ο τρόπος δράσης αυτών των ταγμάτων κατά τις μεγάλες χριστιανικές γιορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων».

Μπριγάδες

Όπως σημειώνει στο άρθρο του ο κ. Αγτζίδης, «τις ημέρες των θρησκευτικών γιορτών οι κομματικοί οργάνωναν ειδικές ομάδες με την ονομασία “μπριγάδες αθέων”, με σκοπό την οργάνωση της αντιθρησκευτικής εκστρατείας, ειδικά τα Χριστούγεννα και το Πάσχα. Η δημοτικιστική εφημερίδα “Κόκκινος Καπνός”, που εκδιδόταν στο Σοχούμι του Καυκάσου (1930-1937), απαριθμούσε όλες τις θρησκευτικές γιορτές οι οποίες βρίσκονταν στο στόχαστρό τους. Έτσι, αναφερόταν στη γιορτή του προφήτη Ηλία, τον οποίον αποκαλούσε “Άγιο Ηλία”, του Αγίου Παύλου, του Αγίου Ιωάννου, του Αγίου Παντελεήμονα και, βέβαια, τα Χριστούγεννα και κυρίως το Πάσχα».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ: Η «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» ΤΩΝ ΑΘΕΩΝ

Η «ελευθερία» των αθέων
Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

Εν όψει των συζητήσεων για την αναθεώρηση του Συντάγματος οι άθεοι και αντίθρησκοι ξεκίνησαν πάλι την προπαγάνδα τους.
Προωθούν την αντίληψη πως για να είναι η χώρα μας μέσα «στη φιλελεύθερη δυτική παράδοση» οφείλει να απεμπολήσει την Παράδοσή και την Ιδιοπροσωπία της και να εξοβελίσει από τη δημόσια σφαίρα την ευεργέτιδά της Εκκλησία.
Η αντίληψη αυτή φέρνει στο νου του Έλληνα φιλελεύθερου πολίτη τον εφιάλτη της σταλινικής περιόδου και τον κάνει να σκεφθεί ότι οι συγκεκριμένοι άθεοι αναμασούν αντιλήψεις του 1873! Τόσο «προοδευτικά» σκέπτονται. Τη χρονιά αυτή κυριαρχούσαν στην ιντελιγκέντσια της Ευρώπης  ο μηδενισμός του Νετσάγεφ, ο αναρχισμός του Μπακούνιν, ο μαρξισμός, ο εξελικτισμός του Ντάρβιν, ο «θεολογικός» αθεϊσμός του Στράους, ο ωφελιμισμός του Μιλλ.
Την ίδια χρονιά  ο μέγας Φεοντόρ Ντοστογιέφσκι βρήκε σφοδρή αντίδραση από τους «προοδευτικούς» κύκλους της χώρας του και από την τσαρική μυστική αστυνομία. Αιτία το μυθιστόρημά  του «Οι δαιμονισμένοι», μανιφέστο για την πνευματική ελευθερία, που καταπατιέται από τους μηδενιστές και τους αθέους. Η ρωσική κοινωνία ήταν επηρεασμένη από τις «μοντέρνες» ιδέες. Στο «Ημερολόγιο του συγγραφέα», του 1873, ο Ντοστογιέφσκι την περιγράφει: «Στην οικογένεια επικρατούσε η αμάθεια, η αληθινή παιδεία είχε αντικατασταθεί από την αναιδή άρνηση, δανεισμένη από τους ξένους, τα υλικά κίνητρα κυριαρχούσαν έναντι κάθε υψηλής ιδέας και τα παιδιά διαπαιδαγωγούντο χωρίς αρχές και πέρα από κάθε φυσική αλήθεια, με έλλειψη σεβασμού ή αδιαφορία προς την πατρίδα...». Σα να μιλάει για τη σημερινή Ελλάδα...
Για τους σε κάθε εποχή προπαγανδιστές της αθεΐας σημειώνει ο μεγάλος ρώσος συγγραφέας: «Δώστε σε όλους αυτούς την πλήρη δυνατότητα να καταστρέψουν την παλιά κοινωνία και να την οικοδομήσουν από την αρχή. Το αποτέλεσμα θα είναι να υπάρξει τόσο σκοτάδι και τόσο χάος, τόση χυδαιότητα και απανθρωπιά, ώστε το όλο οικοδόμημα που θα επιχειρήσουν να κτίσουν θα καταρρεύσει πριν προλάβει να ολοκληρωθεί». Ο Ντοστογιέφσκι προείδε το 1989 και τη συνέχεια του...
Το κύριο επιχείρημα των αθέων, του σήμερα και του 1873, είναι ότι με την κατάργηση του Θεού ο άνθρωπος καθίσταται ελεύθερος. Ακολουθούν την άποψη του Μπακούνιν: « Εάν ο Θεός υπάρχει ο άνθρωπος έχει δεσμεύσεις, δεν είναι ελεύθερος, αλλά δούλος. Εάν μπορεί και οφείλει να είναι ελεύθερος, αυτό σημαίνει πως ο Θεός δεν υπάρχει». Άποψη που υποστηρίζουν στους «Δαιμονισμένους» οι Κυρίλοφ και  Σταυρόγκιν. Ο άλλος της παρέας, ο Σιγκάλεφ του άθεου σοσιαλισμού,  υποστηρίζει, όπως ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής, πως « χωρίς δεσποτισμό δεν βρέθηκε ακόμη ούτε ελευθερία, ούτε ισότητα. Σε μιαν αγέλη όμως πρέπει να επικρατεί ισότητα...». Και ο Μπερντιάγεφ σημειώνει σχετικά: «Η τάση προς ισότητα...αναπότρεπτα οδηγεί σε μιαν ανισότητα, στην τυραννική κυριαρχία μιας ασήμαντης μειονότητας στην απόλυτη πλειονότητα». 
Η ελευθερία είναι το ύψιστο αγαθό, που προσφέρει ο Θεάνθρωπος Ιησούς στον άνθρωπο. Ελευθερία ακόμη και να τον αρνηθεί και να τον πολεμήσει. Μόνο στους λαούς με χριστιανική παράδοση παρουσιάζεται το φαινόμενο της αθεΐας. Στους λαούς με άλλες θρησκευτικές παραδόσεις η αθεΐα είναι αδιανόητη. Οι άθεοι προπαγανδίζουν την ιδεολογία τους στην Ελλάδα ή στην Ιταλία, όχι στη Σαουδική Αραβία, στο Ιράν, στην Ινδία, ή στην Ιαπωνία...
Μόνο ο Χριστός έδωσε στον άνθρωπο το δικαίωμα και την ευθύνη ελεύθερα να ακολουθήσει ακόμη και το πιο ανόητο και το πιο επιζήμιο για την ύπαρξή του. Μόνο στη «δυτική – χριστιανικής προέλευσης - αντίληψη» ζωής υπάρχει η ελευθερία ο άνθρωπος να μπορεί να σκεφθεί να κατασκευάσει μια κοινωνία αθεϊστική, η οποία, κατά τον Ντοστογιέφσκι,  θα τον μεταβάλλει σε ένα άβουλο όργανο.
Η δυτική χριστιανική αντίληψη της ζωής κατατρυχόταν για αιώνες από δύο επικίνδυνους πειρασμούς: Από την κακή ελευθερία και από την επιβολή του καλού. Έτσι η ελευθερία καταστρεφόταν είτε από την ορμή του κακού, που κρύβει στα σπλάχνα της, είτε από τον αναγκασμό του καλού. Οι πυρές της Ιεράς Εξέτασης αποτελούν το πιο φρικτό σημείο αυτής της τραγωδίας του λατινόφρονος ανθρώπου, όπως την περιέγραψε ο Ντοστογιέφσκι με τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή στους «Αδελφούς Καραμάζοφ». Η τραγωδία του δυτικού ανθρώπου είναι πως έχει τόση εμπιστοσύνη στη λογική του, την οποία έχει θεοποιήσει, που όχι μόνο δεν ασπάζεται την αλήθεια, αλλά επιβάλλει με τη βία το ψέμα, την απανθρωπιά. Για τον Ντοστογιέφσκι όταν ο άνθρωπος, στην άγρια μορφή της ελευθερίας του, δεν αναγνωρίζει τίποτα πιο πάνω από τον εαυτό του, τότε ούτε ο ίδιος υπάρχει.

Η επιβολή στην κοινωνία του τρόπου ζωής των ομοφυλοφίλων,  η επιχείρηση ευτελισμού της οικογένειας, η απαξίωση της ζωής, κυρίως στην αρχή και στο τέλος της, η προσπάθεια κατάργησης αξιών – θεμελίων της κοινωνίας, είναι συμπτώματα παρακμής και αποσύνθεσης του ανθρώπου. Και όταν τα πάντα επιτρέπονται, εν ονόματι της χωρίς Θεό ελευθερίας, τότε αυτή υποδουλώνεται στον εαυτό της και οδηγεί τον άνθρωπο στην καταστροφή. Η χριστιανικής καταγωγής σύγχρονη κοινωνία «παίζει» με την ελευθερία της και με την ύπαρξή της. Ο πολιτισμός της είναι σε παρακμή και στο προστάδιο να καταρρεύσει, όταν το Ισλάμ έρχεται ορμητικό  να την κατακτήσει. Αυτή διαλέγει το μέλλον της και έχει την ευθύνη της απόφασής της.

http://thriskeftika.blogspot.gr

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

ΤΟ ΤΡΑΚΤΕΡ ΚΑΙ Ο ΑΘΕΟΣ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΙΣΤΗΣ

Οι ιθύνοντες του κομμουνιστικού καθεστώτος της Σοβιετικής Ένωσης χρησιμοποίησαν ως κύριο μέσο για την διάδοση των αθεϊστικών και υλιστικών πεποιθήσεων, που αποτελούσαν την επίσημη ιδεολογία του κράτους, την αθεϊστική προπαγάνδα. Ξόδεψαν πολλά χρήματα, τύπωσαν εκατομμύρια φυλλάδια αθεϊστικού περιεχομένου και επιστράτευσαν πολλούς ομιλητές για να πετύχουν τον σκοπό τους. Όμως τα αποτελέσματα δεν ήταν τα αναμενόμενα. Ο ρωσικός λαός ενστικτωδώς απέκρουε τα φληναφήματα της αθεΐας και έδειχνε παντοιοτρόπως την εμμονή του στη θρησκεία των πατέρων του. Άς φέρουμε ένα παράδειγμα:

Σε κάποιο ρωσικό χωριό έφεραν για πρώτη φορά ένα τρακτέρ. Ο εκπρόσωπος του κόμματος, εκμεταλλευόμενος την περίσταση, κάλεσε όλο το χωριό και εκφώνησε πύρινο λόγο κατά της Θρησκείας ότι δήθεν δεν ευνοεί την πρόοδο του ανθρώπου και εγκωμίασε τα επιτεύγματα του «επιστημονικού υλισμού». Το αποτέλεσμα ήταν, οι χωρικοί να δεχθούν το τρακτέρ με ιδιαίτερη χαρά, αλλά πριν το χρησιμοποιήσουν για την γεωργική εργασία, προς έκπληξη των εκπροσώπων του Κόμματος, εκάλεσαν τον ιερέα να τελέσει... αγιασμό και έστησαν δίπλα από τη θέση του οδηγού ένα Σταυρό..!


Από το βιβλίο του Σόλωνος Νινίκα «Η πνευματική αντίσταση του ρωσικού λαού»

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ

Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος  Καθηγούμενος Ἱ. Μ. Μεγάλου Μετεώρου

Ὁ ὀρθολογισμός θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι εἶναι ἡ ὑπερβολική ἐμπιστοσύνη στή λογική μας, ἡ ἀναγωγή της σέ ὑπέρτατη αὐθεντία καί ἀπόλυτη ἀξία. Εἶναι ἁμαρτητική νοοτροπία καί βιοθεωρία, καί ὄχι κάποια ἁπλή ἁμαρτία.

Εἶναι κατ’ οὐσίαν ἀπιστία. Ὁ ὀρθολογισμός εἶναι ἡ πιό χαρακτηριστική καί ὕπουλη ἐκδήλωση τῆς ὑπερηφάνειας, ἡ ὁποία ὑποκρύπτεται κάτω ἀπό ὅλες τίς ἁμαρτίες μας, ὑφέρπει σέ κάθε μας πράξη καί δηλητηριάζει ὅλα τά καλά ἔργα μας. Αὐτή ὁδηγεῖ στήν αὐτοδικαίωση καί τελικά στήν ἀμετανοησία, κλείνοντας ἔτσι τή θύρα τοῦ θείου ἐλέους. Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι ἡ ἀρχή καί τό τέλος ὅλων τῶν κακῶν. Κατά τόν μακαριστό Γέροντα Σωφρόνιο τοῦ Ἔσσεξ ἡ ὑπερηφάνεια «ἀποτελεῖ τήν μόνιμη ἀπειλή τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς», «βρίσκεται στήν ρίζα ὅλων τῶν τραγωδιῶν τοῦ ἀνθρώπινου γένους» καί ἀποτελεῖ «τήν οὐσία τοῦ ἅδη». Ὁ ὑπερήφανος ἄνθρωπος, λαϊκός, κληρικός ἤ μοναχός, γίνεται ἄτομο καί προσφέρει τόν πνευματικό θάνατο καί τόν ἅδη, τήν κόλαση, ὄχι μόνο στόν ἑαυτό του, ἀλλά καί στήν οἰκογένειά του, στό κοινόβιό του καί σέ ὅλο τό περιβάλλον του.
Ὁ ὀρθολογιστής ὑποβάλλει τήν ἁγνή καί πηγαία πίστη σέ λογικές διαδικασίες, ζητώντας ἐπιχειρήματα καί ἀποδείξεις. Πιστεύει μόνο σέ ὅ,τι μπορεῖ νά κατανοηθεῖ καί νά γίνει ἀποδεκτό μέ τό μυαλό. Γι’ αὐτό καί οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι σήμερα, ἀλλά καί πολλοί χριστιανοί μας, ἀμφιβάλλουν ἤ καί δέν πιστεύουν στήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς, στήν ὕπαρξη τῆς ἄλλης ζωῆς, στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, στόν παράδεισο καί τήν κόλαση. Ἀρνοῦνται ἀκόμη τήν ὕπαρξη τοῦ διαβόλου, τοῦ προαιώνιου αὐτοῦ ἐχθροῦ μας. Ἀγνοοῦν ὅτι ὁ διάβολος εἶναι πρόσωπο μέ νοῦ καί μέ θέληση, καί ὅτι αὐτός ἀποτελεῖ τήν αἰτία καί τήν πηγή τοῦ κακοῦ, δεχόμενοι γενικά καί ἀόριστα τήν ὕπαρξη μόνο «δυνάμεων τοῦ κακοῦ».
Ἀμφισβητοῦν τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, τῆς Θείας Κοινωνίας, τοῦ Γάμου, ὁ ὁποῖος τείνει νά ἀντικατασταθεῖ ἀπό μία ἁπλή συμβίωση, μία ἐλεύθερη σχέση, ἐκτός γάμου. Ἀρνοῦνται ἤ δέχονται ἐπιλεκτικά τά δόγματα τῆς πίστεώς μας, τίς ἐντολές τοῦ Εὐαγγελίου, τή λατρεία, τήν εὐσέβεια καί τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐπειδή δέν μποροῦν νά τά συλλάβουν μέ τήν λογική καί τό μυαλό τους.
Νά διευκρινίσουμε σέ αὐτό τό σημεῖο ὅτι ἡ ἀναφορά μας στό ἀρνητικό φαινόμενο τοῦ ὀρθολογισμοῦ καί στίς ἀνάλογες συνέπειές του στήν πνευματική ζωή τοῦ καθενός σέ καμία περίπτωση δέν ἔχει τήν ἔννοια τῆς ὑποτιμήσεως ἤ τῆς παραγνωρίσεως τῆς λογικῆς, αὐτῆς τῆς ὕψιστης δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο, ἡ ὁποία τόν διαφοροποιεῖ ἀπό τά ἄλογα ζῶα καί τά ὑπόλοιπα κτίσματα.
Ὁ ὀρθολογιστής ἀντικαθιστᾶ τήν ἀναφορά καί τήν ἐμπιστοσύνη στόν Θεό, πού εἶναι ἡ πίστη, μέ τή σκέψη καί τή διάνοια. Ἔτσι ὅμως καταργεῖται οὐσιαστικά ἡ πίστη, ἀφοῦ ὁ Θεός δέν μᾶς ἀποδεικνύεται, ἀλλά μᾶς φανερώνεται. Μᾶς ἀποκαλύπτεται μυστικά. Βιώνεται καρδιακά καί πηγαία, ἁπλά, ταπεινά καί ἀθόρυβα. Γι’ αὐτό καί ὁ ὀρθολογισμός συνιστᾶ οὐσιαστικά ἀπιστία• μία ἄλλη μορφή ἀθεΐας, χειρότερη ἴσως ἀπό τήν ἀπόλυτη καί καθαρή ἀθεΐα, ἀφοῦ μᾶς ἐφησυχάζει καί μᾶς παραπλανᾶ πώς δῆθεν πιστεύουμε.
Αὐτός ἀκριβῶς εἶναι καί ὁ λόγος πού καθιστᾶ τόν ὀρθολογισμό, τήν ὀρθολογιστική θεώρηση τῆς πίστεως, ἕνα ἀπό τά σοβαρότερα ἐμπόδια, καί τά δυσεπίλυτα προβλήματα πού ἀπειλοῦν καί ἀλλοιώνουν τήν πνευματική πορεία τῶν σύγχρονων πιστῶν καί ἐπιβουλεύονται τή σωτηρία τους.
Θά λέγαμε ὅτι ὁ ὀρθολογισμός δέν εἶναι ἁπλά καί μόνο μία συγκεκριμένη ἁμαρτία, δέν εἶναι μία πτώση, ἕνα λάθος, πού εἶναι ἀνθρώπινο καί φυσιολογικό νά συμβαίνει σέ κάθε πιστό, πού ἀγωνίζεται γιά τή σωτηρία του, ἀφοῦ κανείς δέν εἶναι ἀναμάρτητος ἤ ἀλάνθαστος. Γι’ αὐτό καί ὅλες οἱ πτώσεις καί ὅλα τά ἁμαρτήματά μας συγχωροῦνται, ὅταν μέ εἰλικρινῆ μετάνοια καί συντριβή τά ἐναποθέσουμε στό πετραχήλι τοῦ πνευματικοῦ μας, μέ τό Μυστήριο τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως.
Ὁ ὀρθολογισμός λοιπόν ξεπερνᾶ τά στενά ὅρια τῆς ἁμαρτίας καί λειτουργεῖ ἀλλοιωτικά καί διαφορετικά, ὑποσκάπτοντας τά ἴδια τά θεμέλια καί οὐσιώδη τῆς πίστεως. Καταργεῖ τή σχέση, τήν ἐμπιστοσύνη, τήν ἐλπίδα, γιατί στηρίζεται μόνον στά δικά μας λογικά συμπεράσματα, στίς ἀτομικές μας ἀντιλήψεις καί στήν ἀτομική μας νοοτροπία καί βιοθεωρία.

Νοῦς καί λόγος

Γιά νά κατανοήσουμε καλύτερα τήν διαφορά ἀνάμεσα στήν «καλή» καί «κακή» χρήση τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς (πού εἶναι ὁ ὀρθολογισμός), θά ἦταν χρήσιμο νά ἀναπτύξουμε ἐν συντομίᾳ τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τήν φύση καί τήν λειτουργία της.
Κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή καί τήν ὀρθόδοξη πατερική παράδοση, ὁ ἄνθρωπος ἔχει δύο γνωστικά κέντρα. Δηλαδή δύο ὁδούς, δύο τρόπους μέσα ἀπό τούς ὁποίους μπορεῖ νά γνωρίσει τά πράγματα, τήν κτιστή φυσική δημιουργία καί τόν ἴδιο τόν Θεό.
Τά δύο αὐτά κέντρα εἶναι ὁ νοῦς (πού οἱ πατέρες τόν ταυτίζουν μέ τήν καρδιά) καί ὁ λόγος (δηλαδή ἡ λογική, ἡ διάνοια, τό μυαλό). Ὁ νοῦς ἔχει τήν ἕδρα του στήν καρδιά καί ὁ λόγος (ἡ λογική) στόν ἐγκέφαλο. Ὁ νοῦς εἶναι τό κέντρο τῆς ψυχῆς, γι’ αὐτό καί οἱ Πατέρες τόν ὀνομάζουν «τό ἡγεμονικόν τῆς ψυχῆς». Μέ τό νοῦ, πού εἶναι ἡ θεωρητική ἐνέργεια τῆς ψυχῆς (γι’ αὐτό καί ἀναφέρεται καί ὡς «ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς»), ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τή γνώση καί τήν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, γίνεται μέτοχος τῆς θείας Ἀποκαλύψεως.
Ὁ λόγος (ἤ λογική) εἶναι ἡ πρακτική ἐνέργεια τῆς ψυχῆς. Μέ τό λόγο (τή λογική) ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει τή φύση καί τήν κτιστή δημιουργία. Ἡ γνώση τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ βοηθάει, βεβαίως, τόν ἄνθρωπο νά φθάσει καί στήν γνώση τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία ὅμως ἀποκτᾶ μέ τό νοῦ. Μέ τή λογική, δηλαδή, δέν μποροῦμε νά γνωρίσουμε τό Θεό. Ἡ λογική μᾶς ὁδηγεῖ στήν ἀνάγκη τῆς πίστεως στό Θεό. Ἡ ἀληθινή, ὅμως, γνώση τοῦ Θεοῦ γίνεται μέ τό νοῦ, μέ τήν καρδιά δηλαδή.
Τό μεγαλύτερο ἐμπόδιο, πού δέν ἐπιτρέπει στό σύγχρονο ἄνθρωπο νά φθάσει στή γνώση τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀκριβῶς αὐτό: ὅτι προσπαθεῖ νά Τόν γνωρίσει μέ λάθος τρόπο, χρησιμοποιώντας λανθασμένα μέσα. Ἀντικαθιστᾶ δηλαδή τό νοῦ (τήν καρδιά) μέ τό λόγο (τή λογική) καί καταλήγει ἔτσι στόν ὀρθολογισμό καί στήν ἀδυναμία νά γνωρίσει ἀληθινά τό Θεό.
Ἀπό τά ἀνωτέρω γίνεται φανερό πώς παραιτοῦμαι ἀπό τή λογική μου δέν σημαίνει ὅτι γίνομαι παράλογος. Ἡ πίστη δέν εἶναι παράλογη, ἀλλά ὑπέρλογη. Δέν κατανοεῖται, ἀλλά βιώνεται. Πίστη δέν σημαίνει κατανόηση, ἀλλά ἐμπιστοσύνη. Δέν ἀντιβαίνει στόν ὀρθό λόγο, ἀλλά τόν ὑπερβαίνει, τόν ξεπερνᾶ. Τό ὑπέρλογο μέσα στήν Ὀρθοδοξία δέν εἶναι ἡ κατάργηση τῆς λογικῆς, ἀλλά ἡ μετακένωση καί ἀνύψωσή της στήν ἀποδοχή τῶν ἐμπειριῶν τῆς θείας Ἀποκαλύψεως. Τό ὑπέρλογο εἶναι ἡ ἀπόλυτη διάθεση τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἡ αὐτοεγκατάλειψή μας στό θέλημα καί στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Τό λογικό εἶναι τό «στένεμα» τοῦ Θεοῦ καί ἡ σμίκρυνσή του στίς προσωπικές μας ἀνάγκες καί ἀπαιτήσεις, στό ἐγωιστικό θέλημά μας. Τό ὑπέρλογο εἶναι νά ἀφήνω στό Θεό ἀνοιχτό τό δρόμο τῆς καρδιᾶς μου γιά νά ‘ρθεῖ καί νά ἐνεργήσει μέσα μου μέ τό δικό Του τρόπο, πού δέν εἶναι οὔτε λογικός, οὔτε ἄλογος, οὔτε παράλογος, ἀλλά εἶναι ὑπέρλογος. Εἶναι ἡ αἰώνια Ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ πηγή καί ἡ ὁδός τῆς σωτηρίας μας. Τό ὑπέρλογο εἶναι ἡ ὑπαγωγή τῆς λογικῆς μας στή Λογική του Θεοῦ. Εἶναι ἡ προσπάθεια πού κάνουμε γιά νά δεχθοῦμε τή Λογική τοῦ Θεοῦ, ὅταν αὐτή δέν συμφωνεῖ μέ τή δική μας.
Σκοπός τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ὁ Οὐρανός. Πατρίδα του εἶναι ὁ Οὐρανός. Ὁ χριστιανός εἶναι οὐρανοπολίτης καί στόχος κεντρικός τῆς ζωῆς του εἶναι νά γνωρίσει τό Θεό καί νά ἑνωθεῖ μαζί Του, νά φθάσει δηλαδή στή θέωση. Τό ἀπόλυτο ζητούμενο τῆς πνευματικῆς μας πορείας παραμένει πάντοτε ἡ θέωση, πού ἐπιτυγχάνεται μόνο μέσα ἀπό τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς καί τό φωτισμό τοῦ νοῦ. Ὁ φωτισμός λοιπόν τοῦ νοῦ ὀφείλει νά εἶναι ἡ κύρια ἐπιδίωξή μας, καί ὄχι ἡ καλλιέργεια τῆς λογικῆς. Ὁ φωτισμένος νοῦς εἶναι αὐτός πού ὁδηγεῖ στό Θεό καί ὄχι ἡ ἀνεπτυγμένη λογική. Ὁ φωτισμένος νοῦς εἶναι ἡ ἀνταμοιβή τοῦ Θεοῦ γιά τήν ἐκχώρηση τῆς λογικῆς μας σ’ Αὐτόν. Γι’ αὐτό καί ἡ προσπάθειά μας θά πρέπει νά εἶναι ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ καί ὄχι ἡ ἐξάσκηση τῆς λογικῆς μας.

Ἡ πνευματική γνώση

Ὁ στόχος ὅμως αὐτός ἐπιτυγχάνεται κυρίως μέ τήν «πνευματική γνώση». Πνευματική γνώση εἶναι πίστη, εἶναι ἐμπειρία, εἶναι θεῖος φωτισμός, εἶναι Θεία χάρις καί Θεογνωσία.
Ἡ πνευματική αὐτή γνώση δέν εἶναι ἀπόρροια τῆς λογικῆς τοῦ μυαλοῦ μας. Δέν κατέχεται μόνον ἀπό τούς εὐφυεῖς, ἀπό τούς μορφωμένους, ἀπό τούς ἐπιστήμονες. Δέν ἀπαιτεῖ σύνθετη σκέψη, πολύπλοκες ἀναλύσεις καί συλλογισμούς. Ἡ πνευματική γνώση εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ πού προσφέρεται σέ ὅλους, μορφωμένους καί ἀγράμματους, γνωστικούς καί ἀδαεῖς, ἔξυπνους καί ἁπλοϊκούς, σέ ὅλους ὅσοι ἔχουν ἁπλή, ταπεινή καί καθαρή καρδιά. Ἡ πίστη εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ στούς ἁπλούς καί ταπεινούς ἀνθρώπους, καί ὄχι ἀποτέλεσμα λογικῆς ἐπεξεργασίας.
Ἡ πνευματική γνώση δέν σπουδάζεται στά πανεπιστήμια καί τά σπουδαστήρια τοῦ κόσμου, δέν ἀναγνωρίζεται μέ διπλώματα καί μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδῶν, δέν ἀποτελεῖ ἀντικείμενο ἐπιστημονικῶν ἐρευνῶν. Ἡ πνευματική γνώση εἶναι ὑπόθεση τῆς καρδιᾶς, εἶναι φωτισμένος νοῦς, εἶναι μετοχή στήν ἀγάπη, τή χάρη καί τή δόξα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ Ἀποκάλυψη τῆς Ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας καί στόν κόσμο ὁλόκληρο. Ἐργαστήριο τῆς πνευματικῆς γνώσεως εἶναι ἡ πίστη καί ἡ ἐλπίδα. Ἡ ἐμπιστοσύνη στό Θεό καί ἡ αὐτοεγκατάλειψή μας στήν ἄπειρη ἀγάπη καί πρόνοιά Του. Εἶναι ἡ καθημερινή ἄσκηση καί τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἡ ἐξάσκηση τῆς ἀγάπης διά τῆς φιλανθρωπίας καί τῆς ἐλεημοσύνης ἐνεργούμενης. Εἶναι ἡ φιλαδελφία, ἡ καλοσύνη καί ἡ ἱλαρότητα.
Ὁ ὀρθολογισμός, περνώντας ἀπό ὅλες τίς πτώσεις τῆς ὑπερηφάνειας, μᾶς ὁδηγεῖ τελικά στήν αὐτοδικαίωση• γιατί μᾶς πείθει ὅτι ἔχουμε δίκιο. Καί ἐφ’ ὅσον οἱ σκέψεις μας, τά λόγιά μας καί οἱ πράξεις μας εἶναι λογικές, ἄρα εἶναι ὀρθές καί δίκαιες. Ἔχουμε λοιπόν δίκιο, ἄρα καί δικαίωμα νά τό ἐπιβάλλουμε ὡς γνώμη, ὡς ἐπιθυμία καί ὡς συμπεριφορά. Ἀπό τό σημεῖο αὐτό ξεκινᾶ μία ἀτελεύτητη πορεία πρός τήν μηδέποτε ἐπιτυγχανομένη – γιατί εἶναι καί ἀκόρεστη – αὐτοδικαίωσή μας, πού μᾶς παρασύρει σέ μία ἁλυσίδα διαρκῶς μεγαλύτερων καί βαρύτερων ἁμαρτημάτων.
Ὁ Φαρισαῖος τῆς παραβολῆς (Λουκ.18,9-14) εἶναι ὁ ἀντιπροσωπευτικότερος τύπος τοῦ αὐτοδικαιούμενου ἀνθρώπου. Καυχᾶται γιά τίς ἀρετές του, θεωρεῖ τόν ἑαυτό του δίκαιο καί συγχρόνως ἐξουθενώνει τόν τελώνη, βλέποντας τόν ἁμαρτωλό, κατώτερό του. Ὁ αὐτοδικαιούμενος γίνεται ὁ ἴδιος κριτής τοῦ ἑαυτοῦ του καί τοῦ ἀπονέμει τόν τίτλο τοῦ δικαίου, πιστεύοντας ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὑποχρεωμένος νά τόν ἀνταμείψει.
Ὁ αὐτοδικαιούμενος ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος πού πάσχει ἀπό ψυχολογικά προβλήματα, ἐπειδή ἀπωθεῖ τήν ἐνοχή του. Γίνεται ἔτσι νευρικός, διαταραγμένος ἀνικανοποίητος, ἀπαιτητικός, ἀνυπόμονος, ἀνυπάκουος, αὐθάδης, ἐριστικός. Ἀκολουθώντας τό παράδειγμα τοῦ Ἑωσφόρου, δέν θέλει νά ζητήσει συγχώρηση καί νά ὁμολογήσει τίς ἁμαρτίες του. Ἐπαναλαμβάνει ὡς ἐπωδό τά λόγια του μηδενιστῆ Ἀλμπέρτ Καμύ: «Εἶχα δίκιο, ἔχω ὁπωσδήποτε δίκιο, θά ἔχω πάντα δίκιο», καί ὀρθώνει μόνος του ἀνυπέρβλητο φράγμα στήν ἄβυσσο τοῦ Θείου ἐλέους.
Ὁ ὀρθολογισμός εἶναι συμπυκνωμένη ὑπερηφάνεια, ἀλαζονεία, αὐτοδικαίωση, αὐτάρκεια καί αὐτονομία. Γι’ αὐτό καί ἀλλοτριώνει τόν ἄνθρωπο, τόν ἀπομονώνει καί τόν ἀπομακρύνει ἀπό τό Θεό καί ἀπό τούς συνανθρώπούς του. Ὁ ὀρθολογιστής καθίσταται ἔτσι στοιχεῖο διαλυτικό τῆς φιλίας, τοῦ γάμου, τῆς οἰκογένειας, τοῦ κοινοβίου καί τῆς κοινωνίας.
Τελικά ὁ ὀρθολογιστής, παρά τή λαμπρότητα τῶν ἐπιτευγμάτων του, καταλήγει νά εἶναι ὁ κουρασμένος, ὁ κενός, ὁ ἀνικανοποίητος, ὁ ἀπογοητευμένος σύγχρονος ἄνθρωπος. Αὐτός πού βιώνει καθημερινά τό δράμα τῆς ὑπαρξιακῆς ἀγωνίας του, τῆς ἀνασφάλειάς του καί τοῦ ἀδιεξόδου, στό ὁποῖο τόν παγιδεύει ἡ λογική του καί ἡ αὐτοπεποίθησή του στίς ὁποῖες τόσο στηρίχτηκε.
Θά πρέπει λοιπόν νά βγοῦμε ἀπό τά ὅρια τῆς πεπερασμένης ἀνθρώπινης λογικῆς καί νά μποῦμε στήν ἀπεραντοσύνη, στόν πλοῦτο καί τήν εὐλογία τῆς λογικῆς του Θεοῦ.

Ἀναστασίου Ἀθανάσιος (Ἀρχιμανδρίτης, Καθηγούμενος Ἱ. Μ. Μεγάλου Μετεώρου)

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΧΩΡΙΣ ΘΕΟ: ΤΟ ΠΕΙΡΑΜΑ ΤΟΥ AUGUSTE COMTE (Β' ΜΕΡΟΣ)

Γράφει ο Μάριος Νοβακόπουλος
Φοιτητής  διεθνών, ευρωπαϊκών και περιφερειακών σπουδών (mnovakopoulos.blogspot.com)

Το κείμενο αυτό είναι το δεύτερο μίας σειράς άρθρων που στόχο έχουν να αναλύσουν την παρακμή του θρησκευτικού φαινομένου στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ και να εξετάσουν τυχόν συμβολή της υποχώρησης της παραδοσιακής θρησκευτικότητας με την πολύπλευρη κρίση που διέρχεται ο δυτικός πολιτισμός.
Προτού αναλυθεί το εάν η αποχριστιανοποίηση αποτελεί παράγοντα της κρίσης του δυτικού πολιτισμού, είναι σημαντικό να ερευνηθεί αν έχουν υπάρξει προειδοποιήσεις περί αυτού από διανοητές που έζησαν και στοχάστηκαν την περίοδο του εκείνη ξεκινούσε.  Η αξία των προειδοποιήσεων αυτών είναι ακόμη μεγαλύτερη, όταν εκφέρονται από ανθρώπους όχι οπαδούς της παλαιάς χριστιανικής τάξης πραγμάτων.
Ο Κοντ και ο θετικισμός
Ο Αύγουστος Κοντ (Auguste Comte, Γαλλία 1798-1857) υπήρξε από τους πρώτους σύγχρονους κοινωνιολόγους, ήταν δε αυτός που έδωσε στην επιστήμη της κοινωνιολογίας το όνομα της (sociologie). Ο Κοντ υπήρξε θεμελιωτής του θετικισμού, της επιστημολογικής αντίληψης πως οι κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο γνώσης και έρευνας μαζί με τις θετικές και πως η μέθοδος των τελευταίων, η βασιζόμενη δηλαδή στον ορθό λόγο, την παρατήρηση και τα αντικειμενικά στοιχεία, είναι η δέουσα για τη διερεύνηση και των πρώτων.  Πίστευε πως «…η υπέρβαση των κοινωνικών αντιθέσεων, της κοινωνικής αταξίας, τα κρίσης και της κατάπτωσης που εμφάνιζε η εποχή του προϋπέθετε τη θεμελίωση και την επικράτηση του θετικού πνεύματος» (Αντωνοπούλου 1991).
Παρ’ ότι γεννήθηκε σε μία (αυστηρή και προβληματική οικογένεια παραδοσιακών, μοναρχικών και ρωμαιοκαθολικών πεποιθήσεων, από την εφηβική του ηλικία ο Κοντ απέρριψε τη θρησκεία και ύστερα και τη μοναρχία, ταυτιζόμενος με το ρεύμα της δημοκρατίας και της φιλοσοφικής προόδου κατά το διαφωτιστικό πρότυπο.  Δέχθηκε σημαντικές επιρροές από πρωτο-σοσιαλιστή φιλόσοφο Ανρί ντε Σαν Σιμόν, του οποίου υπήρξε γραμματέας.  Ο Κοντ ήταν οραματιστής και ακόλουθος της ιδέας της διαρκούς ανθρώπινης προόδου και εξέλιξης.  Κατέληξε στο συμπέρασμα πως οι κοινωνίες, στην πορεία τους από κατώτερα σε ανώτερα στάδια, περνούν από μία διαδικασία την οποία ονόμασε Νόμο των Τριών Σταδίων.  Το πρώτο στάδιο κοινωνικής εξέλιξης είναι το Θεολογικό, απλοϊκό και κατώτερο μεν αλλά κατά τον Κοντ «αναγκαίο σημείο έναρξης της ανθρώπινης ευφυίας».  Εδώ οι άνθρωποι, έχοντας πολύ λίγες θετικές γνώσεις για το περιβάλλον τους και τις λειτουργίες της κοινωνίας και του πολιτισμού, τα ανάγουν σε υπερφυσικά φαινόμενα και στη δράση και επέμβαση του θείου.  Κατακλυσμοί και επιδημίες, επαναστάσεις και κατακτήσεις, ακμή και παρακμή, όλα συνδέονται με τη το Θεό, ο οποίος κινεί όλες αυτές τις διαδικασίες ένεκα οργής ή ελέους, για να τιμωρήσει, συνετίσει ή επιβραβεύσει τα άτομα και την ανθρωπότητα συλλογικά για τη στάση της προς αυτόν και τις εντολές του.  Στο στάδιο αυτό οι άνθρωποι, αφού τείνουν στη θρησκεία, έχουν ως επίκεντρο της ανάλυσης τους το θείο και διανοητικό στόχο την απόλυτη αλήθεια.  Ο Κοντ εξηγεί πως η εξέλιξη της θρησκείας ξεκίνησε από τον φετιχισμό (ιερά αντικείμενα ή τόποι), προχώρησε στον πολυθεϊσμό και κατέληξε στο ανώτατο επίπεδο του μονοθεϊσμού.
Το δεύτερο στάδιο θεωρείται μεταβατικό και λιγότερο σημαντικό από το προηγούμενο ή το διάδοχο του, αλλά εισέρχεται ως η αναγκαία γεφύρωση ώστε η ανθρώπινη διανόηση να περάσει από το ανορθολογικό στο ορθολογικό, από θεολογία στη φυσική.  Ονομάζεται Μεταφυσικό ή Θεωρητικό και πρόκειται για μία διαφοροποιημένη εκδοχή του Θεολογικού.  Εδώ ο άνθρωπος δεν αποδίδει τα φαινόμενα στο θείο, παρατηρεί όμως τον κόσμο υπό το πρίσμα ασαφών και θεωρητικών δυνάμεων τα οποία ορίζουν τις κοινωνίες.  Η θέαση αυτή είναι ανεπαρκής, όμως κατά αυτήν ο άνθρωπος γίνεται παρατηρητικός και εξοικειώνεται με τη σύλληψη και διατύπωση εννοιών και θεωριών, προετοιμαζόμενος για το τρίτο και ύψιστο στάδιο.  Στο στάδιο αυτό ανήκει ο Διαφωτισμός και το τέκνο του, η Γαλλική Επανάσταση.
Το στάδιο αυτό είναι το Θετικό, το τελευταίο και τελειότερο της ανθρώπινης και κοινωνικής εξέλιξης.  Εδώ γίνεται αντιληπτό πως η ανθρώπινη συμπεριφορά και η λειτουργία της κοινωνίας εξηγείται λογικά, και αντί της πίστης ή αφηρημένων εννοιών επικρατεί η επιστήμη, ο ορθολογισμός και η λογική.  Η αναζήτηση της απόλυτης αλήθειας παύει χάριν της έρευνας των φυσικών νόμων.  Στο στάδιο αυτό η κοινωνιολογία, η τελευταία και συμπυκνωτική όλων των επιστημών, έρχεται να ερμηνεύσει το σύνολο της ανθρώπινης δραστηριότητας και να οδηγήσει στη λύση των κοινωνικών προβλημάτων.
Η αφέλεια αλλά και χρησιμότητα της θρησκείας
Ο Κοντ πίστευε πως ο 19ος αιώνας ήταν η αυγή του Θετικού σταδίου για το δυτικό πολιτισμό.  Συνεπώς θεωρούσε τη θρησκεία ως κάτι απαρχαιωμένο και αταίριαστο με μια ορθολογική και πεφωτισμένη εποχή όπως η δική του.  Αφού ο σύγχρονος, θετικός άνθρωπος είναι αδύνατον να πιστεύει σε όντα ή καταστάσεις έξω από τη λογική, προέβλεψε πως η θρησκεία σύντομα θα παρήκμαζε και θα περιοριζόταν στα κατώτερα διανοητικά στρώματα (όπως οι απαίδευτοι, οι φανατικοί, οι γυναίκες και τα παιδιά) ή στους ετοιμοθανάτους.  Πολλοί διανοητές του 19ου αιώνος συμμερίζονταν αυτήν την άποψη, βλέποντας τη θρησκεία ως μία πεπαλαιωμένη, ανόητη κοινωνική συμπεριφορά που έμελε και έπρεπε να σβήσει χάριν της ανθρώπινης προόδου.  Ο Κοντ όμως είχε μία διαφορετική και απρόσμενη αντίληψη.  Για αυτόν η παρακμή της θρησκείας είχε κάποιες πολύ ανησυχητικές πτυχές.
Η θρησκεία, παρατήρησε ο Κοντ, προσδίδει στην κοινωνία μία σειρά από εργαλεία και κανονιστικά πλαίσια που εξασφαλίζουν την συνοχή και ομαλή λειτουργία εκείνης και των ανθρώπων εντός της.  Δίνει οδηγίες για την διαγωγή στα πλαίσια της οικογένειας και της κοινότητας, προσφέρει παρηγοριά στις δύσκολες στιγμές και το δέος και η πίστη που εμπνέει ωφελούν την ανθρώπινη ψυχολογία.  Οι σύγχρονες κοινωνίες, παρ’ ότι εξαιρετικά προοδευμένες και απελευθερωμένες σε πολλούς τομείς σε σχέση με τις παραδοσιακές, πάσχουν εξαιρετικά σε αυτά τα σημεία.  Οι κυβερνήσεις ή οι κοσμικές ιδεολογίες (όπως ο σοσιαλισμός, ο εθνικισμός κ.α.) δεν μοιάζουν ικανές να καλύψουν το κενό.  Για τον Κοντ η Γαλλική επανάσταση ναι μεν προσέφερε υπηρεσίες στην ανθρωπότητα καταλύοντας την αρχαϊκή ρωμαιοκαθολική μοναρχία και τερματίζοντας το θεολογικό στάδιο του γαλλικού πολιτισμού, όμως ήταν δύναμη «αρνητική» (αποδόμησης) και όχι θετική (προόδου), δεν είχε δηλαδή ολοκληρωμένη πρόταση για την αναδιοργάνωση της κοινωνίας.  Ακόμη και ο Προτεσταντισμός, σαφέστερα ανθρωποκεντρικότερος του επικρατούντος στη χώρα ρωμαιοκαθολικισμού, ήταν ανεπαρκής, όντας άλλη μία «αρνητική» δύναμη που για τον Κοντ οδηγούσε στη διανοητική αναρχία.
Μία κοινωνία χωρίς πνευματικότητα και προσανατολισμένη αποκλειστικά στις μέριμνες της βιωτής, τα υλικά αγαθά και τις διαπροσωπικές σχέσεις αφήνει σημαντικά κενά στην ατομική και συλλογική ψυχή, και ο Κοντ το προέβλεψε.
Η θετική θρησκεία
Ως αντικαταστάτη των ξεπερασμένων αρχαίων δοξασιών και αντίδοτο στην πνευματική ξηρότητα της νεωτερικότητας, ο Κοντ συνέθεσε ένα νέο θρησκευτικό σύστημα, μία θρησκεία της λογικής και του ανθρωπισμού, τη Θρησκεία της Ανθρωπότητας.  Η πρόταση του Κοντ αναπτύσσεται στα έργα του «Συνοπτική Έκθεση της Οικουμενικής Θρησκείας» και «Θεωρία του Μέλλοντος του Ανθρώπου», όπου φαίνεται πως η Θρησκεία της Ανθρωπότητας αντιγράφει σε πολλά σημεία τις υπάρχουσες.  Προβλέπει την ύπαρξη ναών όπου οι ακόλουθοι της θα συνέρχονται ανά τακτά διαστήματα, δίνει έμφαση στη διδασκαλία κοινωνικών αξιών και έχει πλούσιο συμβολισμό (με αποκορύφωμα ίσως την παρουσία πινάκων της αγαπημένης του Κοντ, Clautilde de Vaux, ως συμβόλου παρηγοριάς αντί της Παναγίας).  Ακόμη, διαθέτει ένα κοσμικό ημερολόγιο-εορτολόγιο, με μήνες και ημέρες αφιερωμένες σε τομείς ανθρώπινης δημιουργίας ή σημαντικές προσωπικότητες της επιστήμης και της διανόησης, από τον πεφωτισμένο δεσπότη Μέγα Φρειδερίκο της Πρωσίας και το θεατρικό συγγραφέα Ουίλιαμ Σαίξπηρ μέχρι τον Σκώτο οικονομολόγο Άνταμ Σμιθ και τον αντιδραστικό (ρωμαιοκαθολικό-μοναρχικό) φιλόσοφο de Maistre.
Το σχέδιο του Κοντ, προς μεγάλη απογοήτευση του ιδίου, δεν έγινε ποτέ δημοφιλές.  Η ιδέα της κοσμικής θρησκείας απορρίφθηκε τόσο από θρησκευομένους όσο και από αθέους.  Δημιουργήθηκαν βέβαια «ναοί της ανθρωπότητας» από θετικιστές στη Γαλλία, τη Μεγάλη Βρετανία και τη Βραζιλία, στη δε τελευταία το θετικιστικό κίνημα και η Θρησκεία της Ανθρωπότητας είχαν πολύ σημαντική επιρροή στην πολιτική σκέψη (το εθνικό σύνθημα «Τάξη και Πρόοδος» – Ordem e Progresso – προέρχεται από διασκευή ρητού του Κοντ), παρ’ ότι δεν εξαπλώθηκαν ποτέ στις ευρείες λαϊκές μάζες.  Η προσπάθεια όμως το Κοντ επιτείνει την προσοχή στα κενά της εκκοσμίκευσης και του ορθολογισμού ως προς τις ανάγκες της κοινωνίας και του ατόμου.  Ένα πνευματικό κενό, για τον Κοντ, θα φέρει φθορά και σοβαρή κρίση, ακόμη και σε μία πεφωτισμένη κοινωνία όπως η Θετική.

Πηγές και Βιβλιογραφία
(1989) Beckford, James, Religion and Advanced Industrial Society, Λονδίνο: Unwin Hyman, σελ. 4-5, 45 [Religion and Progress].
(2001) Hamilton, Malcolm, The Sociology of Religion-Theoretical and Comparative Perspectives, Νέα Υόρκη: Routledge-Taylor and Francis Group, σελ. 25-27 [Auguste Comte, Law of Three Stages, Church of Positivism].
(1975) Encyclopaedia Britannica, University of Chicago Publishing, τόμος 4, σελ. 1058-1062 [Comte Auguste, Law of Three Stages, Clautilde de Vaux].
(1972) International Encyclopedia of the Social Sciences, Νέα Υόρκη: The Macmillan Company and the Free Press, τόμος 3 και 4, σελ. 201-206 [Comte Auguste, Family Relations, Law of Three Stages, Positive Religion].
(2004) The Blackwell Dictionary of Modern Social Sciences, Μάλντεν: Blackwell Publishing, σελ. 507-510 [Positivism].
(1972) The Encyclopedia of Philosophy, Νέα Υόρκη: The Macmillan Publishing, τόμος 2, σελ. 173-177 [Comte Auguste, Family Relations, Saint-Simon, Law of Three Stages, French Revolution, Protestantism, Calendar of the Positive Religion].
(1966) The World Book Encyclopedia, Σαρρέυ: Field Enterprise Educational Corporation London, τόμος C, σελ. 476 [Comte Auguste).
(1991) Αντωνοπούλου Μαρία, Θεωρία και Ιδεολογία στη σκέψη των κλασσικών της Κοινωνιολογίας, Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση, σελ. 35-64 [Κοντ, Αναγκαιότητα του Θετικού Πνεύματος, Θετικισμός, Ταξινόμηση των Επιστημών, Νόμος των Τριών Σταδίων].
Φεραρότι Φ., Οι Κλασσικοί της Κοινωνιολογίας, Αθήνα: Εκδόσεις Οδυσσέας, σελ. 3-9 [Αύγουστος Κοντ].
Λεξικό Κοινωνικών Επιστημών, Αθήνα: Εκδόσεις Πλούταρχος, τόμος 8, σελ. 3746-3749 [Κοντ Αύγουστος, Πολιτική Αναδιοργάνωση της Κοινωνίας, Νόμος των Τριών Σταδίων, Ταξινόμηση των Θετικών Επιστημών].
The School of Life, The Book of Life (thebookoflife.org) [Curriculum: Sociology, Auguste Comte].

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΔΥΣΗΣ (Α’ ΜΕΡΟΣ)

Γράφει ο Μάριος Νοβακόπουλος
Φοιτητού  διεθνών, ευρωπαϊκών και περιφερειακών σπουδών (mnovakopoulos.blogspot.com)

Το κείμενο αυτό είναι το πρώτο μίας σειράς άρθρων που στόχο έχουν να αναλύσουν την παρακμή του θρησκευτικού φαινομένου στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ και να εξετάσουν τυχόν συμβολή της υποχώρησης της παραδοσιακής θρησκευτικότητας με την πολύπλευρη κρίση που διέρχεται ο δυτικός πολιτισμός.
Η μακρά πορεία απομάγευσης της Δύσης
Η ανατολή του σύγχρονου κόσμου, της λεγόμενης νεωτερικής φάσης του δυτικού πολιτισμού, συνοδεύτηκε από πολλές και σφοδρές εσωτερικές συγκρούσεις, βάσει των αλλαγών στην σκέψη, τα ήθη και την κοινωνική οργάνωση και πρακτική.  Όλες οι αντιλήψεις, οι κοινωνικές συμβάσεις και οι ανθρώπινες σχέσεις τέθηκαν υπό εξέταση και αμφισβήτηση.  Όταν δε παλαιά και νέα σκέψη συνεκρούοντο, τότε ο επαναστατικός ζήλος της αλλαγής και τα αντιδραστικά αντανακλαστικά της συντήρησης προκαλούσαν βίαιες αναφλέξεις.  Από τις ισχυρότερες και κεντρικότερες αξίες του παλαιού κόσμου, που προκάλεσε τεράστια πάθη και υπήρξε σοβαρό ανάχωμα σε πολλές νεωτερικές προσπάθειες, υπήρξε η θρησκεία.
Η επικρατούσα θρησκεία του δυτικού πολιτισμού, ο Χριστιανισμός, έπαιξε για πολλούς αιώνες κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξη και διαμόρφωση του, τη συγκρότηση των κοινωνιών και των θεσμών του, τη διάπλαση του συστήματος ηθικής, αξιών και ιδεών του.  Ιδίως η Καθολική Εκκλησία, με την τεράστια ιστορία και επιρροή της στην ευρωπαϊκή πολιτική, συγκέντρωσε σφοδρά πυρά από τους Διαφωτιστές και τους γενικώς υπερμάχους της φιλοσοφικής ανανέωσης και της κοινωνικής μεταβολής.  Οι διανοητές της νέας εποχής όχι μόνο επιτέθηκαν στην πίστη ως διανοητική κατάσταση αβάσιμη, κενή και αφελή, αλλά και στην κοινωνική θέση της Εκκλησίας.  Η ιστορική της πορεία ως υποστηρικτή της μοναρχίας, η ζηλότυπη διεκδίκηση της αυθεντίας και του μονοπωλίου όχι μόνο της θεολογικής ορθοδοξίας αλλά και της παιδείας ή της φιλοσοφίας, η διαφθορά και η εξουσιομανία της, η υπερεπέκταση της από θρησκευτικό σώμα σε πολιτική δύναμη (χαρακτηριστικά που παλαιότερα είχαν εμπνεύσει και την Λουθηρανή Μεταρρύθμιση, που με τη σειρά της υπήρξε έμμεσος και ακούσιος πρόγονος της νεωτερικότητας) έγιναν αντικείμενα σφοδρής στηλίτευσης.  Μετά τους διαφωτιστές τη σκυτάλη πήραν οι κομουνιστές, εμπνεόμενοι από την ανηλεή κριτική του Μαρξ στο θρησκευτικό φαινόμενο ως εργαλείου καταπράυνσης της λαϊκής αγανάκτησης και συνεπώς αδρανοποίησης όποιας επαναστατικής δυναμικής.
Από την άλλη οι επιστημονικές ανακαλύψεις άλλαξαν ριζικά την αντίληψη του ανθρώπου για τον κόσμο.  Δεν έθιξαν μεν τον θρησκευτικό πυρήνα (που είναι άλλωστε πέραν του πεδίου έρευνας και λόγου της επιστήμης), επειδή όμως η θρησκεία είχε υπερεπεκταθεί σε ξένα πεδία και στα πεδία αυτά πλέον αποδεικνυόταν ανεπαρκής και ξεπερασμένη, η ραγδαία αλλαγή στη γνώση (βιολογική εξέλιξη, ηλικία της Γης κ.α.) κλόνισαν την αυθεντία της και την πίστη σε αυτήν.  Η «απομάγευση» του κόσμου, η πρωτοφανής για την ανθρώπινη ιστορία κατακλυσμός γνώσης και κατανόησης για το σύμπαν έκανε τις συμβολικές παραδόσεις και τις διδακτικές θρησκευτικές ιστορίες να μοιάζουν ξεπερασμένες και άχρηστες.  Στον κλονισμό αυτό συνέβαλε και η σπασμωδική αντιεπιστημονική αντίδραση πολλών θρησκευτικών κύκλων, ιδίως προτεσταντικών ομάδων στις ΗΠΑ.
Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την πτώση των τελευταίων παραδοσιακών χριστιανικών αυτοκρατοριών (Γερμανία, Ρωσία, Αυστο-Ουγγαρία) η θέση της θρησκείας υποβαθμίστηκε περεταίρω.  Ο φιλελεύθερος ατομισμός αναπτύχθηκε ακόμη περισσότερο.  Το γυναικείο κίνημα από την άλλη, στην προσπάθεια του για αλλαγή στη θέση των φύλων, ήρθε σε σύγκρουση με την Εκκλησία απορρίπτοντας τις θέσεις της για το γάμο και τη σεξουαλικότητα.  Στο Μεσοπόλεμο φάνηκε η εδραίωση ολοκληρωτικών ιδεολογιών όπως ο κομουνισμός και ο ναζισμός-φασισμός.  Η ΕΣΣΔ εξαπέλυσε απηνείς διωγμούς κατά της Ορθόδοξης Εκκλησίας και των λοιπών θρησκευμάτων.  Ο ναζισμός από την άλλη, παρ’ ότι επιφανειακά φιλικός προς το χριστιανισμό (τουλάχιστον τον Προτεσταντικό), λόγω της ολοκληρωτικής φύσης του και  της απαίτησης για αυθεντία του κόμματος επί παντός επιστητού και για τυφλή αφοσίωση σε αυτόν, το κράτος και τη φυλή, δεν μπορούσε να συνυπάρξει με μία θρησκεία που επίσης αξίωνε ολοκληρωτική παράδοση του ανθρώπου στο Χριστό και τη Νύφη του (την Εκκλησία).  Η εβραϊκή προέλευση του τον καθιστούσε ύποπτο, κάτι που οδήγησε σε απόπειρες «κάθαρσης» του ούτως ώστε να συμβιβάζεται με τον σκληροπυρηνικό φυλετισμό και μπρουταλισμό των ναζιστών.  Τα ανώτερα κλιμάκια απεργάζονταν σχέδια για την σταδιακή εκρίζωση του χριστιανισμού μετά τον πόλεμο, προωθώντας την άθρησκη «λατρεία» της φυλής και νεοπαγανιστική ηθική και τελετουργία.
Μετά τον πόλεμο και την πόλωση μεταξύ του Δυτικού (ΗΠΑ-αστικό οικονομικόπολιτικό σύστημα) και του Ανατολικού Μπλοκ (ΕΣΣΔ-υπαρκτός σοσιαλισμός), η θρησκεία έγινε σημείο αντιπαράθεσης ανάμεσα στα δύο ανταγωνιστικά στρατόπεδα.  Οι λαϊκές δημοκρατίες επέβαλαν στις χριστιανικές εκκλησίες καθεστώς σοβαρών περιορισμών και διωγμών, έως πλήρους απαγόρευσης (Αλβανία).  Οι ΗΠΑ από την άλλη, χώρα πολύ πιο θρησκευόμενη από ότι οι δυτικοευρωπαϊκοί σύμμαχοι της, αυτοπαρουσιάστηκε ως πρόμαχος του χριστιανικού πολιτισμού κατά του αθέου μαρξισμού.  Για πολλούς πιστούς Αμερικανούς, που επί αιώνες έβλεπαν την χώρα τους ως πρότυπο χριστιανικού έθνους με ιδιαίτερη θέση στα σχέδια της Θείας Προνοίας, η Σοβιετική Ένωση και οι δορυφόροι της ήταν η επαλήθευση της βιβλικής εσχατολογίας, τα σατανικά έθνη Γωγ και Μαγώγ που απειλούν με αφανισμό το λαό του Θεού.
Ταυτόχρονα όμως στο δυτικό κόσμο έλαβαν χώρα κατακλυσμιαίες κοινωνικές και αξιακές αλλαγές, που έμελλε να κλονίσουν τα θεμέλια της χριστιανοσύνης.  Δύο παγκόσμιοι πόλεμοι είχαν αφήσει τις ευρωπαϊκές κοινωνίες εξαντλημένες και τις παραδοσιακές τους δομές διαλυμένες.  Από την άλλη νέα κινήματα, όπως της μουσικής ροκ εν ρολλ του 1950 και της αμφισβήτησης του 1960 οδήγησαν στην ενεργοποίηση της νεολαίας και την εξέγερση της απέναντι στο κοινωνικό και πολιτικό κατεστημένο, του οποίου η εκκλησία ήταν μέρος.  Η υλιστική αντίληψη του σοσιαλισμού, ο υπαρξισμός, ο ηδονισμός των χίπις και η εκρηκτική σεξουαλική επανάσταση, που μέσα από επιστημονικές εξελίξεις (αντισυλληπτικό χάπι) και αλλαγές νοοτροπίας (περί προγαμιαίου σεξ, αμβλώσεων) χτύπησαν σφοδρά την πίστη και τη χριστιανική ηθική.  Η διακοπή της μεταλαμπάδευσης της θρησκείας από γενιά σε γενιά, η παρακμή της οικογένειας και ανακατατάξεις στις σχέσεις των φύλων (φεμινισμός δεύτερης γενεάς), ο ολοένα και πιο υλιστικός-καταναλωτικός τρόπος ζωής, νέα ήθη που εξυμνούσαν και απελευθέρωναν ό,τι η Εκκλησία περιόριζε για αιώνες, συμπλήρωναν το μωσαϊκό της αποχριστιανοποίησης της Ευρώπης.  Στις ΗΠΑ λόγω ιδιαιτέρων ιστορικών συνθηκών (φιλόθρησκο πνεύμα του Αμερικανικού Διαφωτισμού, απουσία μνήμης εκκλησιαστικού δεσποτισμού, κοινωνία άθικτη από την καταστροφή των παγκοσμίων πολέμων) ο χριστιανισμός υπέστη πιο αργή φθορά, σε σημείο που ακόμη και σήμερα παραμένει ακμαίος και σημαντικός συγκριτικά με τη δυτική Ευρώπη.  Την ηθική αλλαγή που υπονομεύει την πολιτιστική επιρροή και κοινωνική διείσδυση του χριστιανισμού σήμερα επιτελεί το κίνημα των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων, οι μετανεωτερικές θεωρίες περί φύλου και σεξουαλικότητας και το κίνημα του Νέου Αθεϊσμού.  Αν και στην Ανατολική Ευρώπη υπήρξε αναβίωση της θρησκείας μετά την πτώση του κομουνισμού (Ορθοδοξία σε Ρωσία και Βαλκάνια, Καθολικισμός στη Βαλτική και την κεντρική Ευρώπη), στη Δύση ο χριστιανισμός είναι εξαιρετικά αδύναμος και κατά πολλούς πνέει τα λοίσθια.
Παρατηρήσεις στην τρέχουσα κατάσταση
Το μέλλον της θρησκείας και του χριστιανισμού στη Δύση δεν μπορεί να διαγραφεί με ακρίβεια.  Στη Γαλλία, τις Κάτω Χώρες και αλλού πολλαπλασιάζονται (ιδίως στην ύπαιθρο) οι εγκαταλελειμμένες εκκλησίες, που είτε αλλάζουν χρήση, μετατρεπόμενες σε καταστήματα ή μουσουλμανικά τεμένη, ή σαπίζουν άδειες, μισογκρεμισμένες και θλιβερές.  Η υπάρχουσα παρακμή συμπίπτει από την άλλη με διάφορα κινήματα ανανέωσης και αναγέννησης σε διάφορες χώρες, καθώς Εκκλησίες και κοινότητες πιστών μετασχηματίζονται υπό την επίδραση της κοινωνικής κρίσης και αλλαγής.  Ταυτόχρονα οι εξελίξεις σε άλλες κοινωνίες, με τη ραγδαία άνοδο του Ισλάμ (που πλέον μεταλαμπαδεύεται στην Ευρώπη), τον αργό αλλά σταθερό εκχριστιανισμό της Κίνας και τη σταθερή αύξηση των χριστιανικών πληθυσμών σε Αφρική και Ασία, έχουν πλέον καταστήσει ξεπερασμένες παλαιότερες θεωρίες περί εκκοσμίκευσης, εκσυγχρονισμού και του νομοτελειακού τέλους της θρησκείας.  Από ολοένα και περισσοτέρους κοινωνιολόγους γίνεται λόγος για αποεκκοσμίκευση του κόσμου, απλώς αυτή τη φορά η Δύση βρίσκεται στην ουρά και όχι στην κορυφή των εξελίξεων.
Η εκκοσμίκευση των δυτικών κοινωνιών έφερε ραγδαίες αλλαγές σε όλους τους τομείς της ζωής:  στην οικογένεια και τις σχέσεις των φύλων, τη σεξουαλικότητα, τη γεννητικότητα, τον τρόπο ζωής και κοινωνικής οργάνωσης κ.α.  Οι οπαδοί της επιχαίρουν για την υποχώρηση αρχαίων, καταπιεστικών και αλόγων δοξασιών χάριν της προόδου και απελευθέρωσης του ανθρώπου.  Οι προσδοκίες των Διαφωτιστών για την ώρα που η θρησκεία θα έπαυε να ορίζει τον κόσμο ήταν πολύ μεγάλες.
Το πρόβλημα είναι πως ο δυτικός πολιτισμός δεν δείχνει να βρίσκεται ενώπιον καμίας χρυσής εποχής.   Στις νέες συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί, οι κοινωνίες της Ευρώπης και της Βορείου Αμερικής βρίσκονται σε έντονη κρίση.  Η αστάθεια και τα εντεινόμενα προβλήματα των γάμων και των οικογενειών, η ραγδαία πτώση της γεννητικότητας και η συνακόλουθη γήρανση, η επιδημία των ψυχολογικών προβλημάτων, ο ατομικισμός και η διάλυση του πλέγματος κοινοτικής ζωής και αλληλεγγύης, συνοδεύουν τρέχοντα θέματα όπως η οικονομική κρίση και η υποβάθμιση του Δυτικού κόσμου στο παγκόσμιο ισοζύγιο ισχύος, σε ένα μοτίβο που ολοένα και περισσότερο χαρακτηρίζεται ως σοβαρή παρακμή του Δυτικού πολιτισμού.  Η κρίση αυτή προέρχεται σχεδόν εξ ολοκλήρου από το εσωτερικό, από την απορρύθμιση της κοινωνίας και την ανάπτυξη στρεβλώσεων που διασαλεύουν την κοινωνική συνοχή και ευρωστία.
Φυσικά τα αίτια αυτής της δύσκολης περίστασης είναι πολυποίκιλα και δε χωρούν γενικεύσεις και υπεραπλουστευτικές απαντήσεις.  Καθώς όμως πολλοί προβληματικοί τομείς της κοινωνίας είναι οι ίδιοι που απορρυθμίστηκαν και μετασχηματίστηκαν ριζικά ένεκα της εκκοσμίκευσης και της υποχώρησης των χριστιανικών ηθικών αξιών και της χριστιανικής εκκλησιαστικής ζωής, ανακύπτει το ερώτημα εάν υπάρχει κάποια σύνδεση μεταξύ της πολύπλευρης κοινωνικής κρίσης των δυτικών κοινωνιών και της αποχριστιανοποίησης τους.